Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Δεν πέρασε πολύ καιρός και έμαθαν ότι το εργοστάσιο πουλήθηκε
σε ένα βιομήχανο από την βόρειο Ελλάδα.
«Οι διάδοχοι δεν εκτιμούν και πολύ τους κόπους τους οποίους έκαναν οι πατέρες τους σχολίασε ο Σωτήρης.
-«Τουλάχιστον να πάνε σε καλή μεριά τα χρήματα είπε η Κατερίνα.»
-«Θα σου πω τι ακούγεται στην αγορά Κατερίνα . »
-« Λένε λοιπόν ότι οι Εβραίοι είναι καταπληκτικοί έμποροι και δεν χάνουυν την ευκαιρία για να πλουτίσουν.
-«Όταν θέλουν να κάνουν κάποια αγορά ακινήτου ρωτούνε τον πωλητή.»
-«Δικό σας είναι το ακίνητο κύριε, με το δικό σας κόπο το αποκτήσατε;»
-«Όταν ο άλλος τους απαντήσει ότι αυτός μόχθησε και το απόκτησε
κάνουν πίσω και δεν προχωρούν στην αγορά.»
-«Όταν τους απαντήσει ότι το κληρονόμησε αμέσως αρχίζουν τα παζάρια και το αγοράζουν .»
-«Ξέρεις γιατί;»
-«Αντιλαμβάνομαι Σωτήρη μου, δεν είμαι χαζή.»
-«Διότι καταλαβαίνουν ότι αυτός που πουλάει έτοιμη περιουσία δεν την είχε πονέσει και την πουλάει φθηνά.»
-«Γιατί μιλάς για τους Εβραίους και δεν λές για μας τους Έλληνες ή για άλλες φυλές. Μήπως είσαι ρατσιστής;»-« Εγώ ρατσιστής?.»
Είπε γελώντας ο Σωτήρης.
-«Αυτοί φταίνε που είναι Εβραίοι.»
Την Τρίτη το πρωί έφερε ο ταχυδρόμος μια πρόσκληση γάμου στην οικογένεια του Σωτήρη.
Το Σάββατο θα γινόταν ο γάμος ενός ανηψιού του, παιδί του πρώτου εξαδέλφου του.
Ο γάμος θα γινόταν στην Αρχοντική Ρεθύμνου.
-«Έντάξει έχουμε καιρό να κατεβούμε στην αγορά, να αγοράσουμε το δώρο είπε η Κατερίνα.»
Παρά που εκείνο τον καιρό, είχαν μόνιμη λιτότητα, μέχρι εσχάτης πενίας δεν το έλεγε η ψυχή τους , να πάνε με άδεια χέρια.
Ήθελαν να «αποφανιστούνε» όπως λένε στα χωριά της Κρήτης να μη φανεί δηλαδή, ότι είτε είναι πολύ φτωχοί είτε τσιγγούνηδες.
Το Σάββατο πράγματι πήγαν με το λεωφορείο της γραμμής στο χωριό για τον γάμο.
Έδωσαν στην ξαδέλφη το δώρο χαιρέτισαν τους φίλους και συγγενείς που γνώριζαν.
Ήπιαν τσικουδιές έφαγαν ξηρούς καρπούς, και τράβηξαν με τα πόδια για την εκκλησία που ήταν λίγα μέτρα παρακάτω.
Στο γλέντι του γάμου ακούστηκαν κι οι μπαλωτιές που συνηθίζονται στο νησί . [ βάρβαρο έθιμο αλλά έθιμο]
Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ

Ο πρωινός καθρέπτης είναι ο φίλος μου ο ψεύτης.
Αχ/ αυτός ο καθρέπτης κάθε μέρα με κάνει κομμάτια.

Να μπορούσα να γύριζα στα παλιά μονοπάτια.
Πόσο θα /θελα νάναι γελοίος και ψεύτης,
του σπιτιού μου ο καθρέπτης.

Με δείχνει με ζάρες και άσπρα μαλλιά .
Ενώ έχω δύναμη εφήβου και γενναία
καρδιά.

Δεν σε εμπιστεύομαι άλλο ψεύτη καθρέπτη
Που δείχνεις μα αναίδεια αυτά που δεν πρέπει.
Δεν κρύβεις το γήρας και την φθορά.

Να δώσεις στους ανθρώπους λίγη χαρά.
Ο άνθρωπος που έχει νέα ψυχή κι έχει και σκέψη νέα
Πάντα θα ονειρεύεται σαν νέος θα πορεύεται.
` ο Σήφης Ο Νταής

Ο Σήφης ο νταής
Παιδί μιας Σφακιανής.
Κι ενός ψηλού Ροδίτη .
Έπαιξε πιστολιές ΄
Έξω στις καρυδιές
Και τράνταξε το σπίτι.

Έβαψε τα χέρια του με αίμα
Άτυχη χαροκαμένη μάνα
Κλάψε το μονάκριβο σου
Δεν είναι ψέμα.

Αιτία του καυγά
Μιας αγάπης ο καημός
Ο έρωτας φωτιά
κι ο αναστεναγμός.

Για τα μάτια της Χρυσής
Μιας όμορφης μικρής
που έκλεινε και στον Στρατή
τα μάτια κι έκανε τα στήθη του
κομμάτια.

Πάρε μάνα το γιό σου στο φεγγάρι
Άλειψε με μύρο το παλικάρι.
Δεν τελειώνει του χρόνου
το ρολόι είναι ατελείωτο το μοιρολόι.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

ΣΙΩΠΗ


Ο πόνος μου έγειρε βροχή.
Σταλαγματιά μες στη σιωπή.

Η αυγή γλυκοχαράζει,
Παγώνω μες τ’αγιάζι.

Πετούνε ψηλά οι αετοί
χρυσίζουν τα φτερά τους,
τα ακροδάχτυλα τους.

Παράπονο μες τη σιωπή,
Ζω με την λύπη μου βουβή.

Χάνω τους φίλους μου όλους.
Τους πιο ονειροπόλους.
Για να βρω παρηγοριά πάω,
κάτω από ένα πλάτανο.
Και του μιλώ για κείνον
Και του μιλώ για μένα

Τα παλιά που ζήσαμε μαζί,
Τ’αγαπημένα.

Κι η αυγή γλυκοχαράζει.
Και η θλίψη με σκεπάζει.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Μία ημέρα ο Σωτήρης καθόταν σένα παγκάκι
στην πλατεία Τάλω . Κρατούσε ένα μεγάλο γυάλινο μπουκάλι μπύρας κι ετοιμαζόταν να βρέξει τα χείλη του, για να διώξει την σκοτεινιά της ψυχής του.
Απέναντι του η θάλασσα στο μόλο κυμάτιζε νωχελικά έχοντας μέσα
της ένα ελαφρύ αεράκι.
Ήταν σαν να του έκλεινε πονηρά το μάτι και να του έλεγε «Έλα μωρέ
και εσύ άνθρωπε, που χολοσκάς για τα ανθρώπινα προβλήματα.
Κάνεις σαν να αγνοείς την ματαιότητα της ζωής.
Δείξε δύναμη ξεπέρασε τις δυσκολίες.
Τι είναι η ζωή; Ένας αγώνας δρόμου.
Ένα ταξίδι για την Ιθάκη.
Θα το διαβείς όρθιος;
Θα το διαβείς γονατιστός;
Θα το διαβείς γλείφοντας και έρποντας;
Θέλεις να έχεις το κεφάλι σου χωμένο μέσα στην άμμο σαν την στρουθοκάμηλο για να μην βλέπεις και να μην ακούς;
Εσύ αποφασίζεις.

Σαν βγείς στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
Γεμάτος περιπέτειες γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
Τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι…

Κ .ΚΑΒΑΦΗΣ

«Εσύ το λες γατί δεν πονάς. Εγώ έχασα το παιδί μου, το παλικαράκι μου την ψυχή της ψυχής μου. Ξαφνικά και αναπάντεχα. Όχι από φυσικό θάνατο γιατί δεν βρέθηκε κανένα δικό του ίχνος.
Αλλά από το μίσος κακών ανθρώπων.»
Έλα, έλα, μην κλαψουρίζεις συνέχεια , μην κρύβεσαι από τον εαυτόν σου μέσα στην λησμονιά του ποτού. Στάσου όρθιος αγωνίσου.
Είμαι πολύ αδύναμος δεν αντέχω τον πόνο. Πίνει μια γουλιά μπύρα.
Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες και νοιώθω τόσο μόνος τόσο άδειος τόσο νεκρός;»
«Μην επικαλείσαι το όνομα του Θεού σου επί ματαίω.»
«Κανείς δεν σ εγκατέλειψε, αλλά εσύ μόνος σου εγκατέλειψες τον εαυτόν σου « .

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

ΑΓΓΙΞΑΝ ΤΗΝ… ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ.

Όπως μετέδωσε ο ανταποκριτής της δημόσιας τηλεόρασης στην Ρώμη Δημ. Δεληολάνης η καθολική εκκλησία αναμένει αγωγές από τα παιδιά των άγαμων καθολικών ιερέων επειδή έχει απαγορεύσει τον γάμο στους καθολικούς ιερείς.
Παρά τις απαγορεύσεις οι ιερείς συζούν με γυναίκες κυρίως στην Αυστρία και την Λατινική Αμερική και έχουν και παιδιά, σύμφωνα με το ρεπορτάζ.
Από φόβο μην πληρώσει τεράστια χρηματικά ποσά η καθολική εκκλησία
σκέπτεται να άρει την απαγόρευση.
Τόσους αιώνες οι Πάπες και οι ‘άγιοι’’ ιεράρχες των καθολικών συνόδων καταπίεζαν τον κατώτερο κλήρο χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την σεξουαλικότητα και την ψυχική υγεία των ιερέων τους.
Τώρα που φοβούνται το οικονομικό κόστος σκέπτονται να πάρουν στροφή 180\μοιρών.
Η εκκλησία άρα, είναι ο Ιούδας του Χριστιανισμού.
Ποτέ δεν τήρησε την Χριστιανική αρχή ‘’Ο έχων δυο χιτώνες να δίνει τον ένα. και το’’ μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γής. Αντίθετα η Χριστιανική εκκλησία είναι από τους μεγαλύτερους κεφαλαιοκράτες του κόσμου, δίδοντας το κακό παράδειγμα σε όποιον ήθελε να ακολουθήσει τον Χριστιανισμό.



ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Ο Ανθρωπος από άχυρο

Για να μου φύγεις μακριά; Δεν είσαι ευχαριστημένος που θα με αντικαταστήσεις στο μαγαζί; Το εργοστάσιο πατέρα ας το αναλάβει η
Αδελφή μου η Αναστασία με τον γαμπρό που θα επιλέξει για άνδρα της. –‘Εγώ έχω άλλα όνειρα. Μην με υπολογίζεις εμένα για το εργοστάσιο.’’ Ο Μιχάλης Μαρίνος ήταν ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας επιτυχημένος στο χώρο του. Διακαής του πόθος ήταν ν'αφήσει τον γιο του, που του είχε αδυναμία στο μαγαζί όπως αποκαλούσε το εργοστάσιο με τα πολυτελή γυναικεία μοκασίνια.
Μαζί με το εργοστάσιο είχε δημιουργήσει και πέντε κεντρικά καταστήματα λιανικής, στις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδος.
Η ποιότητα των προϊόντων του ,η σωστή προώθηση και η κατάλληλη διαφήμιση, είχαν επιβάλει το εμπορικό προϊόν του, ως ασυναγώνιστο σήμα. Οι δουλειές πήγαιναν τόσο καλά ,που νόμιζε πως θα τις παραλάμβανε ο Δημήτρης στην ποιο κατάλληλη στιγμή.
Καμάρωνε τον γιό του ο οποίος ήταν αριστούχος στα οικονομικά και περίμενε…Όταν άκουσε για τα όνειρα του και τα δικά του σχέδια
τον περίελουσε κρύος ιδρώτας και ένα δάκρυ κύλησε άθελα του από τα υγρά μάτια του. Μόνο τότε κατάλαβε ότι είχε χάσει την επαφή με τον γιό του λόγω της υπεραπασχολήσεως του στο εργοστάσιο.
Θεωρούσε αυτονόητο ότι ο γιος του θα έμενε στην θέση του και αισθανόταν ήρεμος ότι οι κόποι μιας ζωής δεν θα πάνε χαμένοι.
Τα διαφορετικά σχέδια του γιου του τα ένοιωσε σαν κεραμίδα στο κεφάλι. Δεν ήταν όμως, γιατί κάθε νέος άνθρωπος δικαιούται να κάνει τα δικά του όνειρα και να έχει τα δικά του σχέδια. Δεν είναι ένα άψυχο αντικείμενο για να το κάνει ότι θέλει ο γονιός.
Όπως είπε ο ποιητής Χαλίλ Γκιμπράν.
Δεν είναι δικά σας τα παιδιά
Είναι οι γιοί και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής
Για την ζωή. Έρχονται μέσα από εσάς αλλά όχι από εσάς.
Και παρόλο που είναι μαζί σας δεν σας ανήκουν….
Ο Δημήτρης είδε τον πατέρα του να λυπάται και να κλονίζεται.
Στενοχωριόταν που τον έβλεπε σ'αυτήν την κατάσταση.
Ήθελε όμως να κόψει τον ομφάλιο λώρο μια και έξω.
Όχι ότι δεν πονούσε κι αυτός το ίδιο με τον γεννήτορα του.
Χωρίς πόνο όμως δεν θα γινόταν ποτέ η απογαλάκτιση.