Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Μόλις γεννήθηκε το παιδί, έμεινε η λεχώνα για λίγες ημέρες στο Νοσοκομείο, και μετά μαμά και μωρό μαζεύτηκαν στο σπίτι. Άρχισαν τότε οι επισκέψεις από συγγενείς και φίλους.
«Ίδιος ο πατέρας του, έλεγαν οι συγγενείς του γαμπρού.»
«Φτου ,φτου ίδια η μαμά του έλεγαν οι συγγενείς της νύφης.»
«Αυτό μοιάζει του παππού του έλεγαν κάποιοι.»
«Δεν βλέπετε ότι έχει τα μάτια της γιαγιάς του έλεγαν οι άλλοι. Τα παιδιά του ζεύγους γεννήθηκαν στο νοσοκομείο, επειδή δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν ιδιωτική κλινική.
Στην αρχή προτιμούσαν να γεννηθούν στο σπίτι με μαμή, γιατί το νοσοκομείο είχε τη φήμη ότι όποιος πάει εκεί πεθαίνει.
Ένας συγγενής τους όμως μίλησε στο βουλευτή, και αυτός τηλεφώνησε στον γυναικολόγο για να τους προσέξει, κι έτσι ξεπεράστηκαν οι φόβοι τους.
Το να γεννήσει μια γυναίκα σε ιδιωτική κλινική, ή σε νοσοκομείο ήταν ραγδαία πρόοδος, δεδομένου ότι οι παλιότερες γυναίκες της Κρήτης γεννούσαν στο σπίτι, ή ακόμη και στο χωράφι στο θέρος ή
στην ελαιοκαρπία.
Μετά την γέννηση και του δεύτερου παιδιού δυσκόλεψαν πολύ τα οικονομικά τους.
Η Κατερίνα δεν είχε την δυνατότητα να κάνει κάποιο μεροκάματο γιατί έπρεπε να αφοσιωθεί στα παιδιά.
Παρ’ όλη την ανέχεια η οικογένεια πορευόταν γιατί υπήρχε το πνεύμα της αγάπης και της θυσίας μέσα στην ψυχή του ανδρόγυνου.
Όταν μεγάλωσε κάπως το δεύτερο παιδί, η Κατερίνα ως παλιά κορδελιάστρα, έπαιρνε εργασία στο σπίτι με το κομμάτι[φασών], κι έτσι δυναμικά συνεισέφερε, με τον δικό της τρόπο στα οικογενειακά βάρη.
Είχε όμως και ένα ωθημένο η Κατερίνα. Από μικρή έπαιρνε τα γράμματα. Ήταν άριστη μαθήτρια χωρίς καμιά βοήθεια από το σπίτι.
Καταγόταν από μεγάλη αγροτική οικογένεια, με πολλά παιδιά και ο πατερά φαμίλιας δεν είχε την δυνατότητα να τους προσφέρει τα μέσα προς το ζην. Πολύ δε περισσότερο το «ευ ζην».
Κι όμως κανείς δεν άκουσε ποτέ την Κατερίνα να παραπονεθεί
για τους γονείς της. Ιδιαίτερα την μαμά της, την αγαπούσε σχεδόν
παθολογικά. Είχε φύγει μικρή από την οικογένεια, δεν τους είχε χορτάσει και της έλειπαν.
Όταν χτυπήσει η καμπάνα

Όταν χτυπήσει η καμπάνα της εκκλησιάς
Να μαζευτείτε όλοι στην πλατεία, γείτονες φίλοι
χωριανοί και χωριανές.

Να δώσουμε τα χέρια να αγκαλιαστούμε.
Να συγχωρήσει ο ένας τα κρίματα του άλλου ,
να φιληθούμε.

Τότε δεν θα χρειαζόμαστε να παραγγείλουμε
όπλα και πυρομαχικά να
σκοτωνόμαστε μεταξύ μας

Με το περίσσευμα μας θα φτιάξουμε.
Μια πλούσια βιβλιοθήκη χωριανοί.
Και ένα κέντρο υγείας.

« Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά ένας
χωριανός σκύβει και ρωτάει τον διπλανό του.»
« Τι θέλει να πει ο ποιητής;»


Μανούσος Γ. Δασκαλάκης

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Ρότα μελαγχολίας

Με μελανά χρώματα είναι ζωγραφισμένη στο κάδρο,
η μοναξιά μου.
Μία ημέρα θλιβερή γκρεμίστηκε ο κόσμος μου τα όνειρα μου.
Πόσο νοιώθω ηττημένος και μόνος.
Μοναδική γεύση μου πικροβότανα και πόνος.

Γιατί στην ζωή να συμβαίνουν τα γκρίζα, τα μαύρα.
Τα βαθειά τα σκοτάδια;
Γιατί να λυγίζω σαν δέντρο στους πέντε ανέμους;

Γιατί να βρίσκομαι χάμω πεσμένος;
Γιατί να μην είμαι ένας γίγας από βράχο καμωμένος;

Άνθρωπος είμαι και είναι, από σάρκα το κορμί μου.
Και από πνεύμα η ψυχή μου.

Εύθραυστος είμαι και υποφέρω από σκληρές,
δοκιμασίες.

Απώλειες ,κενά στην ψυχή ,τραυματικές εμπειρίες.
Με σκεπάζει μια αντάρα, ένα βάρος μαύρα σύννεφα
στην ψυχή,
Και έρχεται στιγμές που χάνεται το θάρρος

Μα θα έρθει η στιγμή κι ο ουρανός θα φέξει
και ο ολόλαμπρος ήλιος θα φανεί.

Μετά τις καταιγίδες ανοίγει ο καιρός εμφανίζεται
το ουράνιο τόξο, που φέρνει την γαλήνη,
ύστερα από βροντές αστραπές και ωδίνη.
Γράφτηκε τον Δεκέμβρη του 2008,
ως αφιέρωση στον δεκαπεντάχρονο,
Αλέξη Γρηγορόπουλο στον οποίο φέρεσαι την ζωή,
στα Εξάρχεια, εντελώς άσκοπα και άδικα,
περίπολος αστυνομικών.


Χλόμιασε απόψε το φεγγάρι.

Χλόμιασε απόψε το φεγγάρι γιατί έφυγε ένα ωραίο παλικάρι.
Στεφάνι φορούσε στα μαλλιά και είχε την ζωή μπροστά του στα
πρώτα βήματα του.
Κοιμήσου παλικάρι μου, αγάπη μου, άγγελε μου, φωτεινό αστέρι του
ουρανού ανθέ βασιλικέ μου.
Αθώα είναι τα μάτια σου άγουρη η ύπαρξη σου.
Ένα βόλι άγριου ένστικτου έκοψε την ζωή σου.
Το παιδικό σου μέτωπο σκύβω να σου φιλήσω,
Την μορφή σου παίρνω αγκαλιά μέχρι να ξεψυχήσω.
Κατάρα τρισκατάρατη οι αίτιοι της φυγής σου.
Που πλήγωσαν με μαχαιριές τους άμοιρους γονείς σου.
Τις ψυχές των ανθρώπων λύπη διαπερνά,
σήμερα η Ελλάδα κλαίει και πονά.
Το κρίμα να πέσει πάνω τους να φαγωθεί η ψυχή τους,
να μην λιώσει στον αιώνα τον άπαντα.
Το βρωμερό κορμί τους.
Η μάνα σου από αύριο στο μνήμα σου θα κλαίει.
θα σε θυμάται πάντοτε για σένανε θα λέει.
Πως ήσουν τρυφερός βλαστός, άξιο παλικάρι.
Πως αγαπούσες την ζωή κι έφυγες σαν λιοντάρι.
Κοιμήσου παλικάρι μου αναπαύσου εν ειρήνη.
Εύχομαι ολόψυχα για σε, αιώνια γαλήνη.

Μανούς Γ. Δασκαλάκης
ΚΟΡΙΤΣΙ



Κορίτσι κορίτσι, του Απρίλη.
Με το χαμόγελο στα χείλη
Τα πλούσια κατσαρά μαλλιά.

Στου Αιγαίου τα νερά θα ταξιδέψω
Από την Κόρινθο για να έρθω στα Χανιά .

Θα σου κρατώ λουκούμια Λουτρακίου
Από την Πρέβεζα τα δώρα του παππού.


Στην πόρτα σου να τα αποθέσω
Με την υπόσχεση να σε λατρεύσω.


Να μείνουμε για πάντα ενωμένοι ,
Φίλοι ,εραστές αγαπημένοι.


Έρχομαι με βαρκούλα στα Χανιά.

Δεν με πειράζει καθόλου ο χιονιάς
Θα με ζεστάνει η αγκαλιά σου,
Η αγάπη σου και τα φιλιά σου.

Μανούσος Γ. Δασκαλάκης
ΧΑΘΗΚΑ
Χάθηκα μέσα από νόμους
Βλοσυρούς γραφειοκράτες
Και αστυνόμους.

Δεν εμπιστεύομαι αυτούς
Που μου σηκώνουν το δάχτυλο
Και με επιπλήττουν.


Γιατί αυτοί γνωρίζουν τους
μονόδρομους και με ελέγχουν
με αστυνόμους.

Μου αρέσει η
Ελευθερία.

Μακριά από έλκηθρα
Ινστρούχτορες
Και γραφειοκρατία.


Μανούσος Γ. Δασκαλάκης
Mεταξύ άσκοπων πυροβολισμών, Κρητικών παραδοσιακών χορών και γλεντιού, γεύτηκαν το Κρητικό πιλάφι ,τους νόστιμους μεζέδες τα καλιτσούνια με το μέλι, και το λαχταριστό κρέας με πατάτες, από τον ξυλόφουρνο.
Έλαβαν ανά χείρας τα κουλούρια του γάμου, τις μπομπονιέρες και τα ξεροτήγανα.
Ευχήθηκαν ευχαρίστησαν ,καληνύχτισαν μπήκαν μαζί με άλλους καλεσμένους στο λεωφορείο, και αναχώρησαν για το σπίτι τους.
Για κακή τους τύχη στο επαρχιακό οδικό δίχτυο, υπήρχαν δύο τρία πρόβατα.
Τα είδε ο οδηγός πήγε να φρενάρει απότομα, και έβγαλε το λεωφορείο έξω από το δρόμο σένα μικρό γκρεμνό.
Μέσα από φωνές πανικό και σπασμένα τζάμια, διαπιστώθηκε ότι δεν έπαθε κανείς τίποτα, σοβαρό εκτός από μικροτραυματισμούς.
Ο μοναδικός άτυχος της παρέας ήταν ο Σωτήρης ο οποίος τραυματίστηκε σε όλα τα μέρη του σώματος του, σπάζοντας και το αριστερό του πόδι κάτω από το γόνατο.
Σφάδαζε από τους πόνους μέχρι να βρεθεί ένας καλός άνθρωπος, με
μια παλιά ιδιωτική κούρσα να τον μεταφέρει μέχρι το «Γενικό Νοσοκομείο Χανίων Άγιος Γεώργιος».
Στο Νοσοκομείο έμεινε καμιά δεκαπενταριά ημέρες μέχρι κάπως να συνέλθει.
Στο πλευρό του ήταν η Κατερίνα άγρυπνος φρουρός.
Μετά το ατύχημα αναγκάστηκε να μείνει για καιρό στο σπίτι.
Τα λιγοστά χρήματα τα οποία εισέπραττε από το ταμείο ανεργίας δεν τους έφταναν ούτε για κολατσιό.
Αναγκάστηκε και η Κατερίνα να αφήσει το παιδί, σε μια καλή γειτόνισσα που δεν εργαζόταν δωρεάν, γιατί λυπόταν την φίλη της και ορκιζόταν στους πεθαμένους της, ότι δεν ήθελε χρήματα.
Έπιασε δουλειά σε ένα εργαστήριο ζαχαροπλαστικής για κάποιες ώρες.
Διαφορετικά δεν είχαν τα μέσα για να ζήσουν.
Όταν αποκαταστάθηκε η υγεία του Σωτήρη ,και άρχισε να εργάζεται
ήρθε τάχιστα και το δεύτερο τέκνο.
Χαράς ευαγγέλια για τους γονείς, γιατί ήταν αγόρι και το περίμεναν με λαχτάρα.
Χαρές από το Σωτήρη λουλούδια ανθοδέσμες, κεράσματα σε συγγενείς και φίλους .
Αισθανόταν η τύχη να του χαμογελάει.