Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Η ΦΘΟΡΑ
Όσο γερνούσε τόσο σκιαζόταν
Από φόβους και φοβίες.
Φοβόταν το γήρας, τις ασθένειες.
Τον θάνατο.
Φοβόταν τον φόβο.
Ο φόβος του είχε γίνει εμμονή.
Δεν του άρεσε πλέον ο εαυτός του.
Τα άσπρα του μαλλιά
Το πλαδαρό του σώμα
Ένα μόνιμο τικ που τον παίδευε.
Τα δόντια του που χαλούσαν.
Οι γιατροί, τα νοσοκομεία.
Τα φάρμακα που
κατάπινε σωρηδόν.
"Τα κεράκια" που σβήνουν.
Αργά και βασανιστικά.
Όλα του προκαλούσαν θλίψη.
Ποιητή της Αλεξανδρείας.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

ΕΠΩΛΗΘΗ Η ΠΑΤΡΙΣ

Επωλήθη η Ελλάς.
Μια ημέρα αποφράς.
Σε Έλληνες και 
ξένους τραπεζίτες.

Στους χρηματιστές.
Στους μεγαλοληστές.
Υπό εξάρτηση.
Εμείς τώρα.

Κούφια να`ναι η ώρα.
Δεν το πήρε ο λαός
χαμπάρι.Πως¨
Εληστεύθη η Πατρίς.
Κι ήταν μέρα μεσημέρι.

Γύρω η ώρα τρις.
Την πώλησαν τα γαϊδούρια.
Μέσα στην πολύ την φούρια.
Χωρίς τσίπα και αιδώ .
Βρε ουστ τομάρια απ`εδώ.

ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΙΣΧΥΡΟΙ ΜΥΘΟΙ

Είναι η ανάγκη των ανθρώπων.
Να πιστεύουν σε μύθους.
Η πραγματικότητα μας πληγώνει
Μας χλευάζει. 
Καθημερινά μας δολοφονεί.
Πλάθουμε μύθους ως"ζωτικά ψεύδη."
Για να γεμίσουμε την άδεια μας ζωή.

Φανταστικές εικόνες για επίγειους
παραδείσους.
Περί¨ "περιούσιων από τον Θεό λαούς."
Για "μεγάλες ιδέες του γένους.'
Ότι¨ "μας ψεκάζουν αόρατες δυνάμεις."
Δεν θέλουμε να καταρρεύσει.
Η φαντασιακή μας ψευδαισθητική
πραγματικότητα.

Για να μην δούμε μέσα στο χάος.
Ότι¨
"Ο βασιλιάς είναι γυμνός."
Θα μελαγχολήσουμε .
Από τα κενά μας.
Την δική μας γύμνια.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Ο ΕΑΥΤΟΣ
Εγώ είμαι αυτός.
Που δεν είμαι
Σαν τους άλλους.
Γιατί προσπαθώ.
Να είμαι ο εαυτός μου
Εγώ, με τις αδυναμίες μου.
Τις ιδιορυθμίες μου.
Εγώ, είμαι αυτός.
Ο μικρός άνθρωπος
του κόσμου.
Μια ζωή προσπαθώ.
Να μην μοιάσω με τους άλλους.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΧΛΩΜΗ ΕΛΠΙΔΑ
Την είδα χθες και ήταν χλωμή όσο ποτέ.
Σαν να είχε καταπιεί φαρμακερό ποτό. 
Στεκόταν έξω από 
κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων
Κοίταζε την βιτρίνα.
"Πως απ`έδω;"
"Ετοιμάζομαι να ντυθώ 
στα μαύρα. Σύντομα."
"Γιατί είσαι τόσο απαισιόδοξη."
"Την ρωτώ."
-"Είδα ένα όνειρο ότι θα πεθάνω στο
τέλος του μηνός."
-"Θέλω να προλάβω την κηδεία μου."
-"Να με πενθήσω όπως αρμόζει σε μια
κοπέλα του κύκλου μου."
"Την χαιρέτισα κι έφυγα λυπημένος."
"Αυτή παραλόγισε σκέφθηκα."
"Και ήταν τόσο δυναμική και
όμορφη!!"
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
      Ο ΝΕΚΡΟΣ ΘΕΟΣ
"Τι κάνετε; Είστε καλά."
"Η οικογένεια; Τα παιδιά;"
"Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;"
"Είμαι στην διάθεση σας.
Για οτιδήποτε."
"Δώστε μου να φιλήσω το χέρι σας."

Τον μισούσε τον εκμεταλλευτή
των ανθρώπων.
Όσο τίποτα στον κόσμο.
΄Τώρα όμως είχε τεράστια δύναμη.


Υπέκυπτε και του
φιλούσε δουλικά το χέρι.
Δεν ήταν βλάκας.
Έξυπνος ήταν και πονηρός.
Περίμενε πότε θα έρθει σε αδυναμία.
Όλοι οι άνθρωποι.
Κάποια στιγμή έχουν αδυναμίες.
Και πτώσεις.

Καιροφυλακτούσε και παραμόνευε.
Να έρθει η στιγμή.
Το χέρι που μισούσε.
Που τώρα φιλούσε .
Να το κόψει από τον πάτο.
Μπορεί να μην είναι Χριστιανικό.
Οι άνθρωποι μπροστά.
Στο ατομικό τους .
Συμφέρον δεν έχουν Θεό.

Τον προδίδουν για
μια χούφτα χρυσάφι.
Άλλωστε όπως είπε
κι ο φιλόσοφος του 19ου αιώνα.
"Ο Θεός είναι νεκρός."
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ
Στην Κρήτη στα ψηλά βουνά.
Η αγάπη μου μονάχη τριγυρνά.
Με περιμένει μόνη να τα πούμε.
Είχαμε καιρό να ιδωθούμε.
Την αγαπώ, ναι την αγαπώ .
Πως αλλιώς να της το πω.
Πως είναι η μοναδική .
Που έκλεψε την καρδιά μου.
Της αφιέρωσα ευθύς.
Πολλά από τα όνειρα μου.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ