Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

39] Στην ενορία του ο πατήρ Γεράσιμος ήταν ένα αστέρι λαμπερό, με όλη τη σημασία της λέξεως, και όχι με την κακοποίηση της όπως την εννοούμε σήμερα για τους κάθε είδους, τηλεοπτικούς και μη «στάρ».
Οι ενορίτες του, αλλά και όλοι οι κάτοικοι της πόλης και του Νομού, τον αγαπούσαν και τον σεβόντουσαν.
Η φήμη του είχε περάσει τα σύνορα της Κρήτης, και οι διευθυντές των Αθηναικών μέσων έστελναν απεσταλμένους για συνεντεύξεις.
Ο πατήρ Γεράσιμος τους έλεγε με σεμνότητα και ταπεινότητα, ότι¨ «Τα πάντα οφείλονται στους άξιους εθελοντές συνεργάτες του, και όχι σε αυτόν.» «Διότι τίποτα δεν θα γινόταν χωρίς, την πολύτιμη, συμπαράσταση τους».
Όταν διέθετε ελεύθερο χρόνο εργαζόταν εθελοντικά, και η Κατερίνα και στήριζε το όραμα του ιερωμένου και εραστή της.
Παρακολουθούσε το τεράστιο κοινωνικό έργο που είχε δημιουργήσει, και τον θαύμαζε απεριόριστα. Για την αφοσίωση του στον πλησίον, και το απεριόριστο δόσιμο του, στην μεγάλη ιδέα.
Στα επόμενα σχέδια του πνευματικού αυτού ανθρώπου, ήταν η συγκέντρωση δυνάμεων, για την ανάπτυξη της υπαίθρου.
Κάλεσε νέο επιτελείο επιστημόνων ειδικούς, ο καθένας, στον κλάδο του
να συμβάλλουν στην σχεδίαση, και την ανάπτυξη των χωριών.
Για να μην αναγκάζονται οι ταλαιπωρημένοι από την φτώχεια, και τις κακουχίες κάτοικοι, να γεμίζουν τις στρατιές των ανέργων, στις μεγάλες πόλεις του εσωτερικού, και του εξωτερικού.
Κάτοικοι της περιοχής και επιστήμονες συνεργάστηκαν, και σχεδίασαν αγροτικές κοινότητες, όπου οι καλλιέργειες θα ήταν κοινές.
Δεν θα υπήρχε ατομική ιδιοκτησία στην γη.
Δημιούργησαν συνεταιρισμούς αγροτών με καθετοποιημένη παραγωγή.
Εκβιομηχάνισαν την παραγωγή η οποία λειτουργούσε σε μεσαιωνικές συνθήκες.
Πίεσαν το δημόσιο και τους έφτιαξε οδικό δίχτυο και εγγειοβελτιωτικά έργα όπως Λιμνοδεξαμενές.
Υπήρχε μεγάλος εν ενθουσιασμός, και ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Στην οργάνωση αυτή υπήρχε πλήρη αξιοκρατία.
Υπήρχε μια σύμπνοια πρωτοφανέρωτη για τα Ελληνικά δεδομένα, όπου οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να εργάζονται ατομικά.
Ποτέ δεν άφησαν πολιτικούς να εισχωρήσουν ανάμεσα τους, και να τους διχάσουν. Τα κόμματα ήταν απόντα από την κοινή προσπάθεια, του πατέρα Γεράσιμου και των κατοίκων της υπαίθρου .
Για στήριγμα τους είχαν στα κεντρικά τους γραφεία, τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας.
38]Το σημαντικότερο έργο της ζωής του, θεωρούσε ότι ήταν να
μετουσιώσει, σε πράξη το¨ «αγαπάτε τον πλησίον σας ως εαυτόν.»
Η πραχτική πλευρά της προσπάθειας, ήταν επίπονη εξαντλητική και χρειαζόταν να ξοδέψει, όλες τις δυνάμεις του χωρίς να καμφθεί, από τις πρόσκαιρες απογοητεύσεις
Η μεγάλη φροντίδα για το κοινωνικό του έργο δεν του άφηνε παρά ελάχιστο χρόνο να ασχοληθεί με την οικογένεια του, σύζυγο και δύο μικρά αγοράκια.
Με την σύζυγο του δεν ήταν ερωτευμένος, αλλά την σεβόταν και την φρόντιζε γιατί ήταν η μάνα των παιδιών του, τα οποία λάτρευε και ήταν ένας υπέροχος χαζομπαμπάς.
Για να βάλει μπροστά το τεράστιο έργο που είχε στο μυαλό του, χρειαζόταν ένα μεγάλο επιτελείο επιστημόνων.
Ζήτησε από αυτούς εθελοντική εργασία στο ελεύθερο χρόνο τους, και προ πάντων ανθρώπους οι οποίοι να πιστέψουν, στο όραμα και τούς στόχους του. Η μαγιά βρέθηκε γιατί εκτός από αυτούς, που κοιτάζουν τον εαυτούλη τους, πάντα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, ικανοποιούνται όταν προσφέρουν, στον συνάνθρωπο. Ανεξάρτητα των βαθύτερων κινήτρων.
Υπό την εποπτεία και προστασία του δημιουργήθηκε, ένα μικρό ιατρείο,
για τους απόρους ασθενείς. Κοντά στο ιατρείο βρέθηκε χώρος, για ένα ξενώνα για χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών , με στήριξη από ομάδα εθελοντών ψυχιάτρων, ψυχολόγων κοινωνικών λειτουργών, και δικηγόρων, που τους συμπαραστέκονταν στις παραβατικές, συμπεριφορές στα δικαστήρια.
«Η Φάτνη» ήταν μια στέγη την οποία δημιούργησε, για εγκαταλειμμένα από τους γονείς, ή ορφανά παιδιά.
Έφτιαξε χώρους για συσσίτια απόρων, όπου εσσυτίζοντο περί τα διακόσια άτομα.
Έφτιαξε χώρους για δωρεάν διανομή ρούχων, και τροφίμων σε απόρους.
Επισκεπτόταν τακτικά τις δικαστικές και τις αγροτικές φυλακές Χανίων ,
Για να πει ένα καλό λόγω στους φυλακισμένους να τους παρηγορήσει, να τους μοιράσει τσιγάρα, και λίγα χρήματα σε αυτούς που τα είχαν περισσότερη ανάγκη, να τους δώσει ποιοτικά βιβλία λογοτεχνίας, όπως «οι άθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκό και το «έγκλημα και τιμωρία» του Τοντόρ Ντοστογιέβσκι.
37]Τα λόγια ωριμότητας αγάπης και σοφίας, της Κατερίνας τον συγκρατούσαν για να μην παραιτηθεί από την ιερωσύνη, και του έδιναν κουράγιο .
Τα καθήκοντα του ιερέα για αυτόν ήταν πράξη προσφοράς και αυτοθυσίας.
Πίστευε ότι η εκτέλεση των τυπικών θρησκευτικών καθηκόντων, εντάσσεται σε μια ανιαρή επανάληψη της τυπολατρίας.
Σκεπτόταν ότι αν παρέμενε μόνο σε αυτά τα τυπικά ως εκπρόσωπος της εκκλησίας θα έχανε την ουσία.
Το σημαντικό για αυτόν ήταν το κοινωνικό έργο.
Η ματιά του έπεφτε σε όλο το νομό Χανίων κι όχι μόνο στην ενορία του.
Η ύπαιθρος ζούσε σε πολύ σκληρές συνθήκες ζωής.
Πως θα έβγαινε από αυτές τις δυσκολίες και την υπανάπτυξη;
Ούτε ο εξηλεκτρισμός είχε ολοκληρωθεί, ούτε το οδικό δίκτυο που ήταν άθλιοι καρόδρομοι οι περισσότεροι.
Τα μέσα γεωργικών καλλιεργειών βρισκόταν ακόμη, στην εποχή του
αλόγου με το αλέτρι να οργώνει την γή, και τον βολόσυρο να σπάει τους χωμάτινους σβώλους.
Ήταν αναγκαίο επίσης να γίνουν αρδευτικά έργα για να εξασφαλίσουν την άρδευση τις εποχές που την είχαν ανάγκη.
Αισθανόταν ότι όλα αυτά τα προβλήματα τον αφορούσαν.
Αν δεν βελτιωνόταν η κατάσταση των αγροτών ,θα εξακολουθούσαν να φεύγουν μετανάστες στο εξωτερικό.
Λυπόταν να τους βλέπει να ζούν μέσα στην αμάθεια, να γεννούν οι γυναίκες πολλά παιδιά, και να τα αφήνουν χωρίς προστασία, στο έλεος του Θεού.
Ήταν αποφασισμένος να τους βοηθήσει με όλες του τις δυνάμεις να βγούν από αυτό το τέλμα της φτώχειας και της στέρησης.
Γιατί όπως είπε και ο Αναγεννησιακός συγγραφέας Τζον Νταν¨
«Κάθε ανθρώπου θάνατος λιγοστεύει εμένα τον ίδιο , γιατί είμαι δεμένος αξεδιάλυτα με όλη την ανθρωπότητα. Κι έτσι ποτέ σου μην στέλνεις, να ρωτήσεις για ποιον χτυπάει η καμπάνα. Χτυπάει για σένα.»

Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

36] Από εκείνη την ημέρα ο έντιμος ιερωμένος ,έπαψε να εξομολογεί.
Αισθανόταν σε αδυναμία να τιθασεύσει, το ερωτικό του πάθος για την Κατερίνα, και ανίκανος να διακονίσει το πνεύμα του Χριστιανισμού.
Εκδήλωσε την διάθεση να παραιτηθεί, μα η Κατερίνα πιο προσγειωμένη τον συγκρατούσε.»
-«Δεν είναι ακόμη ώρα να αφήσεις την ιεροσύνη καλέ μου.»
-«Άλλωστε ερωτεύτηκες. Δεν πείραξες κανένα, δεν έκλεψες, δεν βίασες,»
« Δεν επικαλέστηκες το όνομα του Κυρίου επί ματαίω.»
-«Αυτό που διαπράττουμε είναι ένα ηθικό παράπτωμα».
-«Είναι καταδικαστέο και από την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή, «ου μοιχεύσεις» και από την κοινωνική ηθική, αλλά και από τους νόμους του κράτους.
-«Ασχέτως του ότι, τους κανόνες αυτούς ένα μεγάλο ποσοστό, των ανθρώπων τους παραβιάζει.
-«Ναι μα εγώ είμαι ιερέας ταγμένος να φυλλάτω, και να διδάσκω τους ιερούς κανόνες του Θεού.»
-«Πρέπει να δίνω το καλό παράδειγμα και όχι να είμαι ο πρώτος παραβάτης.»
-«Κάνε υπομονή επέμεινε η Κατερίνα και μην λησμονείς» ότ騨
-«Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλλέτω.
-«Άραγε ο αγνός και άδολος έρωτας μεταξύ άνδρα και γυναίκας είναι αμαρτία;»
-« Ιερέας κι αν δεν ήμουν είναι προδοσία, και ηθικό παράπτωμα.
-«Πως θα είμαι ήσυχος με την συνείδηση μου;»
-«Κι όμως αγάπη μου. Είμαστε άνθρωποι, ζωντανοί με σάρκα και οστά,
-«Ζούμε μέσα στον κόσμο. Έχουμε αδυναμίες, φυσικό είναι να ερωτευτούν δυο νέοι άνθρωποι . Δεν είμαστε ρομπότ χωρίς ψυχή και αισθήματα.» «Εσύ δεν είσαι ο Θεός μα ο αμαρτωλός άνθρωπος, ο οποίος εξώσθηκε από τον παράδεισο γιατί παράκουσε, την εντολή του Κυρίου.»
-«Ερωτεύτηκες πατέρα Γεράσιμε, γιατί «τίποτα το ανθρώπινο δεν σου είναι ξένο» όπως είχε πει και ο μεγάλος σοφός επαναστάτης Κ. Μαρξ..»
-«Μην κάνεις βιαστικές κινήσεις αγάπη μου.»
-«Άλλωστε είναι νωρίς ακόμη και η σχέση μας δεν δοκιμάστκηκε.»
Σελ.8]Ο πατέρας της Κατερίνας ο κυρ Βαγγέλης, είχε μεγάλη φαμελιά με εφτά παιδιά τον γέρο πατέρα του, τον εαυτόν του και την γυναίκα του.
Δεν είχε δυνατότητα να της αγοράσει, παρά μόνο ολίγα απαραίτητα πράγματα, για να στήσουν ένα στοιχειώδες νοικοκυριό.
Το υπόγειο δυάρι της το αγόρασε, μερικά χρόνια αργότερα κάνοντας μεγάλη προσπάθεια, γιατί την λυπόταν να γυρίζει στα ενοίκια, από το ένα σπίτι στο άλλο.
Σπίτι μου αγαπημένο
σιγουριά μου δίνεις και
ασφάλεια στην πόρτα σου
σαν διαβαίνω.
Ο έρωτας τους ήταν ικανός να γεμίσει τους χώρους του φτωχικού τους, και τους φαινόταν τα φτηνά σερβίτσια, σαν ακριβές πορσελάνες και κρύσταλλα Βοημίας.
Δεν άργησε να έρθει και το πρώτο τέκνο, κορίτσι αληθινού έρωτα.
Οι νέοι γονείς έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας.
Το χρήμα είναι ένας τρόπος διαβίωσης,για να έχεις την οικονομική σου άνεση να αγοράζεις περισσότερα υλικά αγαθά.
Δεν σου γεμίζουν όμως την ψυχή όσα κι αν αποκτήσεις.
Η ευτυχία όταν την αισθάνεσαι, έρχεται με την αγάπη.
Βεβαίως η χαρά και η ευτυχία, δεν είναι ένα μόνιμο συναίσθημα στις
ψυχές των ανθρώπων.
Υπάρχουν μονάχα στιγμές ευτυχίας.
Πρέπει να είμαστε ικανοί σαν έτοιμοι από καιρό, και σαν γενναίοι,
να ζήσουμε τις στιγμές αυτές.
Στα πρώτα γενέθλια της κορούλας τους, της Ματούλας κάλεσαν μερικούς φίλους και συγγενείς να σβήσουν μαζί, το πρώτο κεράκι των γενεθλίων του αγαπημένου τους τέκνου.
Ήταν απερίγραπτη η χαρά των γονέων, όταν όλοι μαζί τραγουδούσαν.
«Να ζήσεις Ματούλα και χρόνια πολλά. »
Η Κατερίνα είχε σταματήσει να εργάζεται στο εργοστάσιο υποδημάτων του Μιχάλη Μαρίνου στον τέταρτο μήνα της κυήσεως.
Έπαιρνε όμως πότε, πότε τηλέφωνο τους συναδέλφους στην δουλειά για να μαθαίνει νέα τους.
Τα τελευταία νέα τα οποία άκουσε από το ραδιόφωνο, καθώς έδινε την κρέμα στο μωρό την συντάραξαν.
Το αεροπλάνο της γραμμής Χανιά -Αθήνα κατέπεσε στην θάλασσα δέκα λεπτά πριν φτάσει στον προορισμό του.
Όλοι οι επιβαίνοντες ήταν νεκροί. Ανάμεσα στους επιβαίνοντες ήταν και ο εργοδότης της ο Μιχάλης Μαρίνος .
-«Κρίμα στον άνθρωπο είπε η Κατερίνα και δάκρυα έτρεξαν μέσα από τα υγρά μάτια της. Του χρωστούσα πολλά».» «Ας τον αναπαύσει ο Θεός.»
Σελ.6]Κάποια ημέρα η Κατερίνα συναντήθηκε με τον έρωτα.
Δεν ήταν το πριγκιπόπουλο του παραμυθιού που όλες οι κοπέλες ονειρεύονται. Ήταν ένας άνδρας μετρίας εμφανίσεως.
Θα μπορούσε να τον πει κανείς και άσχημο.
Όμως / περί ορέξεως ουδείς λόγος» ή «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα»
Όπως λέει περιπαικτικά ο λαός.
Συναντήθηκαν στον φούρνο της γειτονιάς. Τον κοίταξε και χαμήλωσε τα μάτια ντροπαλά. Την κοίταξε κι αυτός και της χαμογέλασε.
Αμέσως αισθάνθηκαν μία αμοιβαία έλξη και συμπάθεια ο ένας για τον άλλο. Θα μου πείτε; Γιατί συμπάθησε αυτόν κι όχι κάποιον άλλον αυτή που είχε τέλειες αναλογίες. Είπαμε..
Βγήκαν έξω από τον φούρνο κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων. Της πρότεινε να βγούν για καφέ.
Αυτή θέλησε να κάνει την δύσκολη να μη φανεί ότι με την πρώτη
γνωριμία βγαίνει ραντεβού. Και ήταν ήξεις αφίξεις.
Τελικά κάμφθηκαν οι αντιρρήσεις της, και έδωσαν ραντεβού για την επομένη το βράδυ σε μια καφετέρια του παλιού λιμανιού.
Ονειρεμένη μούσα
Γιατί σεργιανάς μπροστά μου;
Ουρανοκατέβατη η ζωή σου
Κελαηδά σαν άπληστο πουλί
Και θαμπώνει μας τα φρένα
Και γλιστρά και σκορπίζει
Άπειρα τα γιασεμιά της μέθης
Σε μια άσπιλη αρυτίδωτη λαλιά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ Η θυελλώδη σχέση της Κατερίνας με τον Σωτήρη μόλις άρχισε ναι παίρνει σάρκα και οστά.
Ο Σωτήρης ήταν γιος μικροαστικής οικογένειας. Ο πατέρας του είχε
κτηματική περιουσία στο χωριό καθώς και μια επιχείρηση στην πόλη των Χανίων. Η οικογένεια του αποτελείτο από τέσσερα τέκνα.
Στην πόλη διατηρούσε κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων και υποδημάτων.
Σελ.2]Αν είχαν την δυνατότητα σπούδαζαν τα παιδιά τους.
Την ευκολία όμως αυτή, την διέθεταν ελάχιστοι αγρότες με κάποια οικονομική ευχέρεια. Η μεγάλη μάζα των αγροτών, αγράμματοι και οι ίδιοι ούτε μπορούσαν, ούτε κατανοούσαν την αξία της εκπαίδευσης.
Πες μου Κατερίνα που θέλεις να σε στείλουμε;
Στην μοδίστρα να μάθεις να ράβεις φορέματα, σαν την θεία σου την
Γεωργία που καλοπερνά στην πόλη;
Στον ράπτη να μάθεις πατελονού, [ράπτρια] ή σε σχολή κομμωτικής να μάθεις κομμώτρια;
Αυτές ήταν μερικές από τις τέχνες που μάθαιναν, τα κορίτσια του λαού εκείνο τον καιρό ,όσα δεν έφευγαν καραβιές ως νύφες για την Αμερική.
Δεν ήταν του ριζικού της να μάθει καμιά απ,αυτές τις τέχνες το Κατερινιώ, όπως τη φώναζε ο πατέρας της.
Πρώτα πήγε και νοίκιασε μαζί με την μάνα της ένα δωμάτιο κοντά στην άτεκνη αδελφή του πατέρα της την Κάλι. [Καλιρόη]
Όταν τακτοποιήθηκε κάπως και προσπάθησε να προσαρμοσθεί στην νέα της ζωή, της βρήκε κιόλας δουλειά η θεία Κάλι σε μια μεγάλη βιοτεχνία, πολυτελών γυναικείων υποδημάτων, στην οποία εργαζόταν η ίδια ως κορδελιάστρα.
Έπιασε εργασία ως βοηθός αλλά δεν πέρασε πολύ καιρός, κι έγινε ξεφτέρι στην δουλειά.
Και στην πρέσα κοπής δερμάτων, τα κατάφερνε άριστα σαν έμπειρος κόφτης , και στον σχεδιασμό νέων μοντέλων, ακόμη και στο τμήμα πωλήσεων, έδινε δημιουργικές ιδέες για την κατάκτηση νέων αγορών. Σιγά σιγά έγινε το δεξί χέρι του ιδιοκτήτη, του οποίου απέκτησε την εμπιστοσύνη, και την καμάρωνε για την αφοσίωση της.