Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΚΡΑΤΑ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
Χρεοκόπησαν "επιλεκτικά"
" Μια περήφανη και μεγάλη χώρα."
Οι "γύπες" με τα γαμψά τους
νύχια.
Πάνω από το πτώμα της πετούσαν
και καιροφυλακτούσαν.

Την δική της πτώση.
Και την δική τους ανάταση.
Αντέχει τα μαρτύρια.
Είναι μεγάλη τιμή σήμερα.
Να αντιστέκεσαι στους "γύπες"
Και στα "κοράκια" των αγορών .
Προσπαθούν ακόμη.
Και να σε λειώσουν σαν
σαπούνι.

Να κατασπαράξουν
λαούς.
Να διαφθείρουν συνειδήσεις.
Μαύρα κι άραχλα κοράκια.
Πετούν πάνω από τα κεφάλια μας.
Ως πότε όμως Θεέ μεγαλοδύναμε;
Γιατί δεν ρίχνεις τους κεραυνούς σου;

Γέννησε και τέρατα η φύση.
Μαζί με τους λαούς του πλανήτη
αντέχουμε .
Θα διώξουμε τα όρνεα
Κρατούμε εμείς ψηλά.
Την τιμή των ανθρώπων.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ.ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΝΗΜΕΣ ΒΙΟΠΑΛΗΣ
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
Στην μέση της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό από ένα ορεινό βουνίσιο χωριό για μια μικρή πόλη με περίπου 40.000 κατοίκους.Δεν ήταν απλή μετακόμιση της αγροτικής οικογένειας.Ήταν μετανάστευση για¨ "καλύτερες ημέρες." Στην επαρχία της απόλυτης φτώχειας, μετά την Γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο δεν υπήρχε πια ζωή. Στον εμφύλιο είδε ως παιδί με τα ίδια του τα μάτια κρεμασμένα σε στύλους κεφάλια "ανταρτών" και ποτέ δεν του έφυγαν οι εφιάλτες. Το φορτηγό προχωρούσε σ`ένα μακρύ ταξίδι της ημέρας μέσα στη νύχτα. Με τα πράγματα του σπιτιού, και την οικογένεια μέσα δίπλα στον οδηγό. Τα παιδιά έξω στην καρότσα,σκαρφαλωμένα όπου μπορούσαν. Νυσταγμένα τα παιδιά άγρια μεσάνυχτα έφθασαν στο νέο σπίτι.Ήταν μια παλιά μονοκατοικία σ`ένα¨ "προ του 1923 οικισμό." Η πολυμελής οικογένεια στριμώχτηκε σε μια¨ "καμαρούλα μια σταλιά δύο επί δύο" κουζίνα, και ένα υπνοδωμάτιο, για να ταιριάζει και στο λαϊκό άσμα εκείνης της εποχής. Της ανέχειας και των δακρύων.
Στον οικισμό εκείνο που δεν απείχε πάνω από δεκαπέντε λεπτά της ώρας με τα πόδια από το κέντρο της πόλης, δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό φως,ούτε δίκτυο υδρεύσεως.Τα παιδιά διάβαζαν τα μαθήματα τους με λάμπα πετρελαίου και με λυχνάρι σε κάθε δωμάτιο, που είχε φέρει η γιαγιά από το χωριό.Τα παιγνίδια τους τα έπαιζαν ξυπόλητα στα γύρω χωράφια. Ξυπόλητα τριγυρνούσαν και στους γύρω χωματόδρομους.Οι γυναίκες μετέφεραν με πήλινες στάμνες το νερό από την μοναδική βρύση στην πλατεία. Οι λιγοστοί κάτοικοι του μικρού οικισμού ήταν αγρότες και μικροεπαγγελματίες. Οι περισσότεροι ήταν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.Το κράτος τους είχε παραχωρήσει στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών κτηματικές περιουσίες για γεωργικές καλλιέργειες και αγροικίες για να κατοικούν. Αξημέρωτα πριν φωτίσει,οι εργατικοί πρόσφυγες φόρτωναν σε κάρα τα φρέσκα κηπευτικά τους και τα μετέφεραν στην λαχαναγορά για πώληση.Το Γιωργάκη γρήγορα εγκληματίστηκε στο νέο περιβάλλον απέβαλε γρήγορα την "χωριάτικη"διάλεκτο για να μην το κοροϊδεύουν "οι πρωτευουσιάνοι" γιατί ήταν μικρό παιδάκι ,και απέκτησε πολλούς και καλούς φίλους.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΦΩΣ
Μία σπίθα είναι ικανή να 
Φωτίσει το σκοτάδι.
Παντού σκοτάδι.
Το φως χάθηκε.
Οι άνθρωποι περίλυποι.
Σαν κάτι να προσμένουν.

Μία λάμψη στην μέση
του ουρανού .
Να φωτίσει τον κόσμο.
Η ελπίδα σώζει τις ψυχές.
Μήπως είναι πια αργά;
Μήπως "ο Θεός είναι νεκρός;"
Όχι. Η σπίθα θα ανάψει .
Εντός της ανθρώπινης ύπαρξης.

"Όσο ζω ελπίζω."
Όσο ελπίζω αγωνίζομαι.
Το φως θα έρθει μέσα στην
μαυρίλα της μακριάς νύχτας
μέσα στην ημέρα.
Οι γυναίκες ,άνδρες
και παιδιά, υψώνουν
σήμερα σημαία.
Τα παιδιά η ελπίδα
του αυριανού κόσμου.

Η πίστη σώζει.
Μέσα
από τις καταρρεύσεις
του φθαρμένου.
Αναγεννιέται το όνειρο.
Το σκοτάδι δεν ήρθε
για να μείνει.
Θα σβήσει δια παντός.

Εάν υπάρχει δυνατή
και ακμαία η βούληση.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΗΛΙΕ ΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΕ

Ήλιε της Ελλάδας αγάπησε.
Λίγο και την πατρίδα μου.
Δώσε φως στην ηγεσία της.
Στεφάνωσε το λαό της.

Με στέφανο ελαίας τιμημένο.
Ήλιε μου, άρχοντα μου.
Και πατέρα μου.
Δώσε σε παρακαλώ δύναμη.
Στην άνοιξη να έρθει.
Να ανθίσουν τα λουλούδια.

Να αρχίσουν να τραγουδούν.
Και να χορεύουν χαρούμενα.
Τα κορίτσια αγκαλιά με τα αγόρια.
Να ερωτεύονται
με την πρώτη ματιά.
Να χαίρονται την ζωή
και τον κόσμο.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΕΔΩ ΕΙΜΑΙ
Όσο κι αν με κτυπάτε.
Θα είμαι εδώ. 
Να σας θυμίζω τις ενοχές σας.
Για τις παραλείψεις σας.
Τα εγκληματικά σας λάθη.
Όταν τελειώσει η ιστορία.
Θα χαθώ.
Γιατί άλλο.
Δεν θα χρειάζομαι.
Ως τότε θα είμαι
ένας συναγερμός στο
αυτί σας.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΟΧΙ
Μιλήσαμε ίσαμε το πρωί.
Δεν τα είπαμε όλα.
Δεν λέγονται τα πάντα.
Μόνο αυτά που πρέπει.
Όχι και να ξεγυμνώσουμε
Την ψυχή μας στην αγορά.
Να την δώσουμε να 
την κομματιάσουν τα σκυλιά.

Καμιά φορά ή και πολλές.
Τα σκυλιά παραμονεύουν.
Να ξεσκίσουν τις σάρκες μας.
Σαν αιμοβόρα θηρία.

Για να βγουν αυτά αθώες περιστερές.
Ποτέ δεν κοιτάζουν
Τον καθρέπτη τους.
Να δουν και να τρομάξουν.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
ΥΠΝΟΣ 
Ξενυχτάς κι εσύ.
Δεν μπορείς να κοιμηθείς.
Σκέπτεσαι τον θάνατο;
Σκέπτεσαι το μέλλον μήπως;
Νομίζεις ότι έχεις μέλλον.
Στην ζούγκλα της χρηματαγοράς;
Μην σκέπτεσαι πολύ.
Να καμώνεσαι χαρούμενος.
Θα σκάσεις από το κακό σου.
Να εκτελείς μόνο τις αόρατες
εντολές τους.
Θα ζήσεις περισσότερο.
Να εκδικηθείς για τα¨
Αδικαίωτα τα όνειρα σου.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ