Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Όπως έγραψε ο -εβραϊκής καταγωγής- βρετανός καθηγητής τής Ιστορίας, Eric Hobsbawm, στο βιβλίο του Η επινόηση τής παράδοσης, το στοιχείο τής επινόησης είναι ιδιαίτερα σαφές, αφού η ιστορία, που κατέστη τμήμα τής γνώσης ή τής ιδεολογίας ενός έθνους, κράτους ή κινήματος δεν είναι αυτό, που πραγματικά έχει διατηρηθεί στη λαϊκή μνήμη, αλλά αυτό, που έχει επιλεγεί, γραφεί, απεικονιστεί, εκλαϊκευτεί και θεσμοποιηθεί. Ο ισραηλινός ή παλαιστινιακός εθνικισμός ή έθνη πρέπει να είναι κάτι το καινοφανές, ανεξάρτητα από την ιστορική συνέχεια εβραίων ή μουσουλμάνων τής Μέσης Ανατολής, αφού αυτή καθ' εαυτή η έννοια των εδαφικών κρατών τού σημερινού συνήθη τύπου στην περιοχή τους ελάχιστα υπήρχε πριν από έναν αιώνα και σοβαρή προοπτική αποτέλεσε μόλις πριν από το τέλος τού Α΄ παγκοσμίου πολέμου.




Ο συγγραφέας τού υπό κρίση βιβλίου, Shlomo Sand, είναι καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο τού Tel Aviv. Όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο του, στις αρχές τού 2008, η υποδοχή του στη χώρα του υπήρξε λίγο περίεργη. Τα ηλεκτρονικά μέσα επέδειξαν έντονο ενδιαφέρον και προσκλήθηκε να λάβει μέρος σε πολλά τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα. Οι δημοσιογράφοι έστρεψαν την προσοχή τους στη μελέτη του με ευνοϊκή διάθεση στις περισσότερες περιπτώσεις. Αντίθετα, οι εκπρόσωποι τού «εντεταλμένου» σώματος των ιστορικών ρίχτηκαν πάνω στο βιβλιο με ακαδημαϊκή μανία και κάποιοι ευερέθιστοι bloggers κατονόμασαν τον καθηγητή ως εχθρό τού λαού. ............. ................. Shlomo Sand



Μέσα από μύθους και ιστορικές ανακρίβειες οι σιωνιστές προσπάθησαν να επιβάλλουν μια εδαφική επεκτατική πολιτική στη Μέση Ανατολή. Η πρώτη ανακρίβεια είναι η «εξορία» τού εβραϊκού λαού, μύθος, που ξεκίνησε από τους χριστιανούς, που υποστήριξαν, ότι τους εβραίους τους καταράστηκε ο Γιαχβέ να τριγυρνούν ανά τον κόσμο ως πλανόδιοι και απάτριδες, γιατί σταύρωσαν τον Χριστό. Τον μύθο αυτό άρχισαν να τον πιστεύουν κι όσοι είχαν προσηλυτιστεί στον εβραϊσμό τους αιώνες τής επέκτασής του.




Αν λοιπόν οι εβραίοι σήμερα δεν είναι απόγονοι τού Αβραάμ, τού Ισαάκ και των λοιπών «προπατόρων», τίνος απόγονοι είναι;



Οι εβραίοι τής Δύσης, οι σκουρόχρωμοι σεφαραδίτες, προσηλυτίστηκαν μάλλον στη Βόρεια Αφρική και ήταν βερβέρικης καταγωγής. Ακολούθησαν τους άραβες κατακτητές, με τους οποίους κάποτε τα πήγαιναν εξαιρετικά καλά κι έφτασαν στην Ισπανία. Ήταν πολιτικοί και οικονομικοί αρωγοί τής αραβικής κατάκτησης τής Ιβηρικής.

Η μεγάλη μάζα των εβραίων τής Ανατολής, των ανοιχτόχρωμων ασκενάζι, τής πλειοψηφίας των σημερινών εβραίων, ταυτίζεται με την ιστορία τού βασιλείου τής Χαζαρίας. Οι χάζαροι, ένας λαός τουρανικής καταγωγής, βασίλεψε στα εδάφη, που περνούσαν οι ποταμοί Βόλγας και Δνείπερος, ανάμεσα στους ρως και στους άραβες, που είχαν επικρατήσει στην αρχαία Περσία. Απέφυγαν να προσηλυτιστούν στο χριστιανισμό ή στον ισλαμισμό, για να μην αφομοιωθούν από τους ισχυρούς γείτονές τους. Προσηλυτίστηκαν λοιπόν, στον ακέφαλο πολιτικά ιουδαϊσμό. Η διάλυση τής αυτοκρατορίας τους και η επικράτηση των ρως στα εδάφη βόρεια τού Καυκάσου και τού Εύξεινου Πόντου τους διασκόρπισαν στην αχανή νέα αυτοκρατορία και ανάμεσα στους σλαβικούς και γερμανικούς πληθυσμούς, όπου επέζησανμε χαρακτηριστικό τους τη θρησκεία.
Λήψη


Προβολή παρουσίασης (1)
Λήψη ως συμπιεσμένο αρχείο

Shlomo Sand,

έκδ. «Πανδώρα», 2012



- Δεν είστε εβραίος κύριε, είπε ο αξιωματούχος.



- Δεν είπα ποτέ, ότι ήμουν, απάντησε ο Ντοβ.



- Θα πρέπει ν' αλλάξουμε τα στοιχεία σας, είπε αδιάφορα ο αξιωματούχος.



- Κανένα πρόβλημα, συμφώνησε ο Ντοβ, κάντε το.



- Ποια είναι η εθνικότητά σας;



- Ισραηλινός, πρότεινε ο Ντοβ.



- Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δήλωσε ο αξιωματούχος.



- Γιατί;



- Επειδή, δεν υπάρχει ισραηλινή εθνική ταυτότητα, αναστέναξε ο αξιωματούχος τού υπουργείου. Που γεννηθήκατε;



- Στη Βαρκελώνη.



- Τότε, θα γράψουμε “εθνικότητα ισπανός”.



- Ναι, αλλά δεν είμαι ισπανός. Είμαι καταλανός και αρνούμαι να κατηγοριοποιηθώ ως ισπανός. Γι΄αυτό πολεμήσαμε με τον πατέρα μου τη δεκαετία τού '30.



Ο αξιωματούχος έξυσε το κεφάλι του. Δεν ήξερε ιστορία, αλλά σεβόταν τους ανθρώπους.



- Τότε, θα βάλουμε “εθνικότητα καταλανός”.



- Πολύ ωραία, είπε ο Ντοβ.



Έτσι, το Ισραήλ έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο, που αναγνώρισε επίσημα την καταλανική εθνικότητα.



- Τώρα, κύριε, ποια είναι η θρησκεία σας;



- Είμαι κοσμικός άθεος.



- Δεν μπορώ να γράψω άθεος. Το κράτος τού Ισραήλ δεν αναγνωρίζει τέτοια κατηγορία. Ποια ήταν η θρησκεία τής μητέρας σας;



- Την τελευταία φορά, που την είδα, ήταν ακόμη καθολική.



- Τότε, θα γράψω “θρησκεία: καθολικός”, είπε ο αξιωματούχος, ανακουφισμένος.



Αλλά ο Ντοβ, που συνήθως ήταν ενας ήρεμος άνθρωπος, άρχισε να γίνεται ανυπόμονος.



- Δεν πρόκειται να κουβαλάω ένα δελτίο ταυτότητας, που θα λέει, ότι είμαι χριστιανός. Όχι μόνο είναι αντίθετο στις αρχές μου, αλλά προσβάλλει και τη μνήμη τού πατέρα μου, ο οποίος ήταν αναρχικός κι έβαζε φωτιά σ’ εκκλησίες κατά τον εμφύλιο.



Ο αξιωματούχος έξυσε λίγο ακόμα το κεφάλι του, ζύγιασε τις επιλογές και βρήκε μια λύση. Ο Ντοβ έφυγε από το υπουργικό γραφείο μ' ένα μπλε δελτίο ταυτότητας, που δήλωνε τόσο εθνικότητα όσο και θρήσκευμα: Καταλανός.



Η εβραϊκή εθνική μυθολογία καθόρισε, ότι οι εβραίοι -διωγμένοι, εξορισμένοι ή φυγάδες πρόσφυγες- οδηγήθηκαν σε μια μακρά και θλιθερή εξορία, που τους έκανε να περιφέρονται σε στεριές και θάλασσες στα πέρατα τής Γης, ωσότου η έλευση τού σιωνισμού τους ώθησε να γυρίσουν και να επιστρέψουν μαζικά στην ορφανεμένη πατρίδα τους. Αυτή η πατρίδα δέν ανήκε ποτέ στους άραβες κατακτητές, εξ ου και η αξίωση ενός λαού χωρίς γη σε μια γη χωρίς λαό. Αυτή η εθνική δήλωση, που απλοποιήθηκε σ’ ένα χρήσιμο και δημοφιλές σλόγκαν για το σιωνιστικό κίνημα, ήταν εξ ολοκλήρου προϊόν μιας φαντασιακής ιστορίας, που καλλιεργήθηκε γύρω από την ιδέα τής εξορίας...







Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

                             ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΓΝΩΣΗ


                      ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Κάθεται ο Μανώλης συνεσταλμένος στο γραφείο του Ψυχολόγου.
"Γιατρέ του λέει όταν ήμουν μικρός έπαιζα το πουλί μου."
"Μεγάλος τό έκοψες."
"Τώρα ναι. Αραιά και που."
Ψυχολόγος.-"Πάμε παρακάτω."
Μανώλης. "Είχα μεγάλη μύτη και συνέχεια την έτριβα."
Ψυχολόγος .- "Αυτό είναι ένα νευρικό τικ. Δεν θυμάσαι τον Κ .ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ που όταν ήταν πρωθυπουργός το 1990-93 κουνούσε συνέχεια τον ώμο του;-
Ψυχολόγος "Τίποτα άλλο;"
Μανώλης -"Ντρεπόμουν γιατρέ εξαιτίας του επωνύμου μου.
Ψυχολόγος- "Πως λέγεσαι Μανώλη;"
Μανώλης.- "Μουνάκης λέγομαι γιατρέ."
Μανώλης - "Και δεν φτάνει αυτό γιατρέ όταν πήγαινα στο δημοτικό ο καλύτερος μου φίλος λεγόταν Ψιλάκης. Τα παιδιά του άλλαξαν το επίθετο και το έκαναν "Ψωλάκης"
Ψυχολόγος Και;
Μας έκαναν καζούρα οι συμαθητές μας, με τα επίθετα μας όπου τότε, πέρασε μια βδομάδα για να ξαναπάμε στο σχολείο."
Μανώλης.- Φοβισμένος με κρύο ιδρώτα να τον περιλούζει.
Έχω τίποτα γιατρέ;Ψυχολόγος. Ο ψυχολόγος σηκώθηκε και πήγαινε πάνω κάτω. Κουνούσε με νευρικότητα τον ώμο του, και έτριβε με μεγάλη ένταση τη μύτη του. "Χμ? "Δεν μπορώ να βγάλω διάγνωση. Πρέπει να επισκεφθείς ψυχολόγο."
ΠΕΤΑΜΕΝΗ ΡΕΝΤΙΓΚΟΤΑ




του Λάμπρου Δερμεντζόγλου *



.



Μπήκε στον παλιό σταθμό από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα βαμμένη στο χρώμα του κυπαρισσιού. Κοντοστάθηκε στην είσοδο και κοίταξε διερευνητικά το εσωτερικό του. Ένα απρόσωπο δωμάτιο αναμονής σαν όλα τα άλλα, με 3-4 ξύλινα παγκάκια ακουμπισμένα στους βρώμικους και ξεφλουδισμένους υπόλευκους τοίχους και ένα μεγάλο ρολόι ακριβείας που φρόντιζε για τη συνεπή επιβίβαση των ταξιδιωτών. Το τελευταίο ήταν μάλλον ένα άχρηστο αξεσουάρ, αφού το τρένο δεν έφτανε ποτέ στην ώρα του.



Έκανε ένα μετέωρο βήμα προς το εσωτερικό του σταθμού, σα μια δύναμη να αντιστεκόταν στην κίνηση του λαγόνιου μυ του. Ήταν ένας καλοβαλμένος ψιλόλιγνος κύριος, όχι περισσότερο από 40 χρονών. Φορούσε ένα κλασσικό ριγέ γκρι κοστούμι και κρατούσε στο χέρι μια ρεντιγκότα, αν και τούτο τον πνιγηρά ζεστό Σεπτέμβρη ήταν μάλλον αμφίβολο αν θα τη χρειαστεί. Δεν είχε άλλες αποσκευές, μήτε βαστούσε κάποια τσάντα χειρός. Ήταν ένα ομολογουμένως παράταιρο θέαμα. Ένας αρχοντάνθρωπος ανάμεσα στους χωριάτες με τις μαντήλες και τις καλαμοκαλάθες, γεμάτες σφαχτά και κοκόρια που πήγαιναν πεσκέσι σε κάποιο πολιτευτή στην Αθήνα «δια την ευόδωση της υποθέσεως τους», ή άλλοι πάλι με ένα μπόγο γεμάτο καλοπλυμένα κουρέλια και μιαν αρμάθα όνειρα για ένα καλύτερο αύριο, μακριά από το χωριό που έτρωγε τα σωθικά τους μέρα με την ημέρα.



Περπάτησε αργά προς το εκδοτήριο αγνοώντας το σούσουρο δίπλα του και τα πονηρά σκουντήματα που αντάλλασσαν τα κορίτσια και οι μεγαλοκοπέλες. Πίσω από το κάγκελο ο σταθμάρχης, μια φιγούρα βγαλμένη από τις ταινίες του βωβού κινηματογράφου, με τσιγκελωτό μουστάκι και ανάκατο μαλλί από το συνεχές βάλε-βγάλε του καπέλου του.



«Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την Αθήνα παρακαλώ», είπε κι ακούμπησε το ακριβές αντίτιμο, 3 δραχμές και 7 δεκάρες, στο κοίλωμα κάτω από τη μύτη του σταθμάρχη.



«Ορίστε κύριε, αναχώρηση στις 18:40, βαγόνι 3 στην οικονομική θέση. Να είστε στην ώρα σας παρακαλώ, το τρένο δεν περιμένει».



Αλήθεια ήταν, το τρένο δεν περιμένει. Πέρασαν τόσα τρένα από μπροστά του σε όλη του τη ζωή, κι ούτε ένα δεν περίμενε δυο λεπτά παραπάνω για να επιβιβαστεί. Τα μόνα τρένα στην ιστορία των ελληνικών σιδηροδρόμων που έφευγαν στην ώρα τους, ήταν αυτά που «έκλεβαν» τα απομεινάρια της ζωής του. Ένα φορτωμένο με το βιός του, άλλο στη σκευοθήκη του στοιβαγμένες τις ελπίδες και τις προσδοκίες του, άλλο με τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα και πάντα αυτός μόνος στην αποβάθρα, με το εκνευριστικό σφύριγμα του σταθμάρχη στα αυτιά του και τον υπόκωφο ήχο από την κίνηση του εμβόλου να του ξεσκίζει την ψυχή καθώς η ατμάμαξα χανόταν στον ορίζοντα σε ένα ταξίδι που δεν είχε ποτέ επιστροφή.



Πήρε το εισιτήριο και βγήκε σιωπηλός στην αποβάθρα. Στήθηκε ακίνητος μπροστά από τις γραμμές, παρόλο που το τρένο του θα έφτανε σε τρεις ώρες. Έμεινε εκεί, ακίνητος μέσα στο μεσημεριάτικο λιοπύρι που σιγόψηνε τα πυκνά του μαύρα μαλλιά. Γύρω του κόσμος πηγαινοερχότανε σε μια ταξιδιωτική φρενίτιδα. Αγκαλιές και κλάματα, αποχωρισμοί, όρκοι ερωτευμένων για παντοτινή αγάπη, νουθεσίες μανάδων, συμβουλές, «να τρως», «να ντύνεσαι καλά», «σ’ αγαπώ», «να προσέχεις», έπεφταν στις ράγες και παρασύρονταν από το τρένο τη στιγμή ακριβώς που έμπαινε με βία στο σταθμό, έτσι που ήταν σα να μην ακούστηκαν ποτέ. Ύστερα το βλέμμα όσων έμεναν πίσω ακολουθούσε το ίχνος του καπνού στον ουρανό ώσπου χάνονταν και μαζί του παιδιά, εγγόνια, συγγενείς, φίλοι, αγάπες παντοτινές και εφήμερες…



Στις 18:50 το τρένο για Αθήνα έκανε από μακριά την εμφάνιση του. «Οι επιβάτες για Αθήνα να ετοιμάζονται παρακαλώ» φώναξε ο σταθμάρχης με μια προφανή ηπειρώτικη ντοπιολαλιά και πιάστηκε να σφυρίζει και να γνέφει σε κάθε τι που κινούνταν αντίθετα από την κατεύθυνση του τρένου. Μέχρι τις 19:00 ο σταθμός είχε και πάλι ερημώσει. Το σμάρι των ταξιδιωτών είχε πάρει το δρόμο του και οι συνοδοί τους τη στράτα για το σπίτι τους.



Η ψιλόλιγνη φιγούρα με το ριγέ γκρι κοστούμι και τη ρεντιγκότα πάντα κρεμασμένη στο δεξί χέρι, ήταν ακόμα καρφωμένη στη θέση της. Έτσι που έμοιαζε σαν ένα ακόμα από τα αντικείμενα του λιτού διάκοσμου του επαρχιακού σταθμού, όπως οι λάμπες φωταερίου και τα περίτεχνα φαναράκια κάτω από τη επιγραφή με το τοπωνύμιο. Ύστερα, με το ίδιο αργόσυρτο βήμα, πέταξε το εισιτήριο στο μεταλλικό καλάθι και χάθηκε στο σούρουπο που είχε αρχίσει να πέφτει.



Μέσα σε μια βδομάδα είχε κερδίσει επάξια τον τίτλο «ο τρελός του χωριού». Γιατί τι άλλο εκτός από τρελός θα μπορούσε να είναι κάποιος που κάθε μέρα κόβει εισιτήριο χωρίς ποτέ να επιβιβαστεί στο τρένο.



«Ένας ξένος μας έλαχε κι αυτός λειψός» λέγαν αναμετάξυ τους οι χωριανοί.



«Και τι περίμενες, ποιος γνωστικός θα ρχόντανε στα μέρη μας; Οι γνωστικοί φεύγουν άρον, άρον».



Μαζί φτιάχτηκαν και οι πρώτες ιστορίες. «Άκουσα ότι ήτανε λέει πολύ ερωτευμένος με μια κοπέλα, αλλά αυτή τον παράτησε για κάποιον άλλο και έφυγε μαζί του για την Αθήνα».



«Εμένα πάλι μου πανε κάποιοι από το διπλανό χωριό, πως ήτανε λέει πολύ διάσημος γιατρός στην πόλη αλλά μια μέρα πέθανε ένας ασθενής από δικό του λάθος και από τότε εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη». Τέτοια λέγανε οι γυναίκες με θυμηδία κι ύστερα πάλι βουτούσανε στα μαύρα κατακάθια του καφέ αναζητώντας το μέλλον τους.



Εκείνο το μεσημέρι έκανε κρύο. «Ο Σεπτέμβρης σ’ αυτά τα μέρη κρατιέται χέρι-χέρι με το χειμώνα», λέγαν οι ντόπιοι και να που η λαϊκή σοφία αποδεικνύεται αδιάψευστη. Οι θαμώνες του σταθμού δεν ήταν άλλοι από πέντε-έξι επιβάτες και δυο ζευγαράκια που προσπαθούσαν να κρυφτούν από τα αδιάκριτα βλέμματα των συγχωριανών τους στο καφενεδάκι που ήταν κολλητά δίπλα του.



Ο ψιλόλιγνος κύριος έκανε την εμφάνιση του στην είσοδο με τελετουργική ακρίβεια και κατευθύνθηκε στο γκισέ. «Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την Αθήνα παρακαλώ».



«Ορίστε κύριε, ανα…».



«Ξέρω, ξέρω αναχώρηση στις 18:40, βαγόνι 3 στην οικονομική θέση».



Ο σταθμάρχης άδραξε την ευκαιρία που περίμενε καιρό τώρα. «Να με συμπαθάτε κύριε και με όλο το θάρρος δηλαδή πως και…»;



«Πως και δεν επιβιβάζομαι ποτέ το τρένο; Μα γιατί κύριε σταθμάρχα το δικό μου ταξίδι δεν εξαρτάται από την ύπαρξη κάποιου στον προορισμό μου, αλλά από το ανυπόφορο της απουσίας του…»



Ο σταθμάρχης έμεινε να τον κοιτά άλαλος και απόλυτα πεπεισμένος πως πρόκειται για αθεράπευτη περίπτωση τρέλας.
Το τρένο μπήκε στο σταθμό παραδόξως στην ώρα του, σκίζοντας ένα στέρεο τοίχος πυκνής ομίχλης που απλώθηκε απότομα. Όταν αυτή διαλύθηκε το τρένο σφύριζε από μακριά και στον άδειο σταθμό υπήρχε μόνο μια ρεντιγκότα πεταμένη στις ράγες.

Ο Λάμπρος Δερμεντζόγλου γεννήθηκε το 1972 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε παίζοντας στις γειτονιές και στα σοκάκια της. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, έκανε δύο μεταπτυχιακά και ένα διδακτορικό για να γεμίσει τους τοίχους του γραφείου του με κορνίζες αμφιβόλου αισθητικής. Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές στην Ελλάδα και το εξωτερικό πάντα με ένα αίσθημα φυγής να τον καταδιώκει. Αγαπά τους φίλους του αν και δεν είναι ιδιαίτερα συνεπείς απέναντι τους. Ελπίζει να τα καταφέρνει καλύτερα απέναντι στη σύντροφο του Στέλλα και τα παιδιά τους Ανδρέα και Μιλένα, που με τον ερχομό τους επαναπροσδιόρισαν τη θέση του στο σύμπαν.



Οι αριθμοί της κλήρωσης του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου


1/1/13
0 σχόλια
0 απαντήσεις
6 εμφανίσεις

Aπό 750.000 ευρώ κερδίζουν οι αριθμοί 93917, 93918, 93919 και 93920





Kατά 4 εκατομμύρια ευρώ πλουσιότερος είναι ο κάτοχος του πρωτοχρονιάτικου λαχείου με αριθμό 93916 της 9-ης σειράς, όπως προκύπτει από τη χθεσινοβραδινή κλήρωση. Ο ίδιος αριθμός σε όλες τις άλλες σειρές, κερδίζει 10.000 ευρώ.



Οι αριθμοί 93917, 93918, 93919 και 93920 της 9ης σειράς κερδίζουν από 750.000 ευρώ, ενώ ανεξαρτήτως σειράς κερδίζουν από 7.500 ευρώ.



Επίσης, οι αριθμοί 3916, 13916, 23916, 33916, 43916, 53916, 63916, 73916 και 83916, ανεξαρτήτου σειράς, κερδίζουν από 1.000 ευρώ.



Από 100 ευρώ κερδίζουν οι αριθμοί με κατάληξη 3917, 3918 και 3919 και 3920. Κληρώθηκαν επίσης: Ο αριθμός 7225 της 40-ής σειράς, κερδίζει 500.000 ευρώ, ενώ ο ίδιος αριθμός σε όλες τις άλλες σειρές κερδίζει 5.000 ευρώ.



Ο αριθμός 93444 της 30-ής σειράς κερδίζει 300.000 ευρώ και ανεξάρτητα από σειρά 3.000 ευρώ.



Ο αριθμός 71634 της 16-ης σειράς κερδίζει 200.000 ευρώ και σε όλες τις άλλες σειρές κερδίζει 2.000 ευρώ.



Οι αριθμοί 10076 της 16-ης σειράς και 17767 της 20-ής σειράς κερδίζουν από 100.000 ευρώ, ενώ ανεξάρτητα από σειρά κερδίζουν 1.000 ευρώ.



Οι αριθμοί 25398 της 13-ης σειράς, 43552 της 22-ης σειράς, 45180 της 6-ης σειράς, 56703 της 13-ης σειράς, 58549 της 20-ής σειράς, 59039 της 3-ης σειράς, 59531 της 28-ης σειράς 65313 της 12-ης σειράς, 66676 της 35-ης σειράς, 75218 της 33-ης σειράς, 76219 της 20-ής σειράς και 91683 της 22-ης σειράς κερδίζουν από 50.000 ευρώ, ενώ ανεξαρτήτου σειράς κερδίζουν από 500 ευρώ.



Οι αριθμοί 12932 της 9-ης σειράς, 18011 της 8-ης σειράς, 26229 της 8-ης σειράς, 30944 της 38-ης σειράς, 32627 της 21-ης σειράς, 36357 της 28-ης σειράς, 51596 της 36-ης σειράς, 59141 της 26-ης σειράς, 59329 της 43-ης σειράς, 64302 της 8-ης σειράς, 76179 της 12-ης σειράς, 88673 της 14-ης σειράς, 92528 της 13-ης σειράς, 93308 της 13-ης σειράς και 97047 της 9-ης σειράς κερδίζουν από 20.000 ευρώ, ενώ οι ίδιοι αριθμοί σε όλες τις άλλες σειρές κερδίζουν από 200 ευρώ.



Τέλος, από 5 ευρώ κερδίζουν όλα τα λαχεία των οποίων ο αριθμός λήγει σε 16, 17, 18, 19 και 20.



Σε περίπτωση πολλαπλού κέρδους καταβάλλεται το μεγαλύτερο. Η πληρωμή των κερδών θα αρχίσει τη Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013. Τα κέρδη θα πληρώνονται έως την Τρίτη, 30 Απριλίου 2013. Κέρδη πάνω από 100 έως 1.000 ευρώ φορολογούνται με 10%. Κέρδη πάνω από 1.000 ευρώ φορολογούνται με 15%.



Π.Θέμα

Category: Ειδησεις



ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΡΘΡΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΧΟΛΙΑ ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
"Συνοψίζοντας και επιστρέφοντας την συζήτηση στα ελληνικά δεδομένα, το ΠΑΣΟΚ μπορεί πράγματι να προσπάθησε, κατά την δεκαετία του 80, να κάνει αναδιανομή και κοινωνικό κράτος με δανεικά. Όμως, στην δεκαετία του 90, το ΠΑΣΟΚ «εκσυγχρονίστηκε». Νέα στελέχη του, με θαυμασμό (και μερικοί με θητεία) στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύμπαν έφεραν στην Ελλάδα την νέα πρακτική των απανταχού σοσιαλδημοκρατών: κοινωνικό κράτος με τοξικό χρήμα (δηλαδή από μερίδιο των υπερκερδών των χρηματαγορών τις οποίες οι ίδιοι οι σοσιαλδημοκράτες βοήθησαν να λειτουργούν ανεξέλεγκτα). Κάποιοι στο ΠΑΣΟΚ αντέδρασαν (π.χ. ο Αλέκος Παπαδόπουλος). Όμως, τα ποτάμια χρήματος ήταν ασταμάτητα, ιδίως όταν η σοσιαλδημοκρατία είχε απωλέσει την κριτική της ικανότητα με την οποία κάποτε «έβλεπε» πόσο προβληματικές είναι οι ασύδοτες αγορές χρήματος, εργασίας και ακινήτων. Όταν λοιπόν ήρθε το Κραχ του 2008, το ΠΑΣΟΚ παρεσύρθη από την φούσκα που έσκαγε, χωρίς αντιστάσεις στις επιταγές του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος του οποίου τις αξίες είχε ασπαστεί πολλαπλώς. Αυτό όμως που είναι εντυπωσιακό είναι ότι, όπως η ελληνική κρίση δεν είναι παρά μια παραφυάδα της ευρωπαϊκής και διεθνούς κρίσης, έτσι και ο θάνατος του ΠΑΣΟΚ δεν είναι παρά η προαγγελία του θανάτου της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας."



ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΜΑΝΟΥΣΟΥ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ

Συμφωνώ με τον Γιάννη Βαρουφάκη ότι το κραχ του 2008 επέτεινε τον θάνατο της σοσιαλδημοκρατίας.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη ως μη ειδικού οικονομολόγου όμως, κυρίαρχο ρόλο για το ξήλωμα των εργατικών κατακτήσεων έπαιξε η πτώση των κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο Συνασπισμός των κρατών αυτών κρατούσε και τον καπιταλισμό σε μια μετριοπάθεια.Από τότε που έλειψε το αντίπαλο δέος ο καπιταλισμός κυριάρχησε στον κόσμο.

Ας θυμηθούμε και το βιβλίο του Αμερικανοιάπωνα καθηγητή του Χάρβαρντ ΦΡΑΝΣΙΣ ΦΟΥΚΟΥΓΙΑΜΑ που έγραψε για το¨ "ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ" και την επικράτηση δηλαδή ενός ανεξέλεγκτου κτήνους.

Έπαιξε ρόλο και η τεχνολογική εξέλιξη η διάσπαση των εργαζομένων και η παραγωγή των υλικών των πολυεθνικών

σε διάφορες χώρες του τρίτου κυρίως κόσμου και η συναρμολόγηση τους από μια μερίδα εργαζομένων στην έδρα της πολυεθνικής. Η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και η ανεξέλεγκτη κίνηση του ήταν βαρύ πλήγμα για τα κράτη , για την αναδιανομή του εισοδήματος για το κράτος πρόνοιας.