Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑ
ΓΙΑ ΛΙΓΑ ΨΙΧΟΥΛΑ
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
Η μαμά έστειλε το παιδί της το πέμπτο από τα εφτά, στην πιάτσα της πόλης για να γνωρίσει τον κόσμο.
Στα 1960 ήταν η χρονιά που ο Κωστής τέλειωσε το δημοτικό σχολείο. Τότε δεν υπήρχε το υποχρεωτικό "ενεατάξιο."
Περιπάτησε ο μικρός Κωστάκης ίσαμε δύο χιλιόμετρα μέσα από χωματόδρομους με τα πόδια.
Πλήγιασαν τα τρυφερά ποδαράκια του.
Έφθασε ασθμαίνοντας στον φούρνο του Ασπρογερίτη.
Πλησίασε με συστολή και είπε στο αυτί παρακαλεστά και με παλλόμενη φωνή στον γέροντα φούρναρη ότι¨ "ήθελε να βγει στην αγορά για να πουλάει κουλούρια."
Εκείνη την εποχή βλέπατε στους δρόμους πλήθος από παιδάκια από κάτι να πουλάνε.
Ή να κρατούν το κασελάκι που ήταν πιο μεγάλο κι από το μπόι τους να γυαλίζουν υποδήματα ως "μικροί λουστράκοι."
Δεν υπήρχαν τα αυτογιάλιστα των βιομηχανιών κι έτσι υπήρχε χώρος για να φάνε και τα φτωχά παιδιά ψωμί.
Ο μικρός Κωστής γυρνούσε στα κεντρικά σημεία της πόλης και πουλούσε "φρέσκα ζεστά κουλούρια."
Εκείνη την ημέρα πήγε στον φούρνο και "φόρτωσε εμπόρευμα" τρις φορές.
Είχε τύχη το άτιμο το παιδί αν και ήταν πολύ εργατικό και φιλότιμο.
Όταν έδυσε ο ήλιος και παράδωσε το ταμείο του, του έμεινε κέρδος εκατό δραχμές.
Χαρούμενος έφυγε για το σπίτι τους.
Θα έδινε τα χρήματα στην μάνα του και την Κυριακή θα είχε¨ "η μαμά στο τραπέζι αχνιστό κρέας."
Μεσόστρατα διατηρούσε ένα μπακάλικο ο θείος Βαγγέλης εξάδελφος του πατρός του.
Χαρούμενο το Κωστάκη πήγε να βγάλει από το μικρό τσεπάκι του κοντού παντελονιού του το κόκκινο κατοστάρικο.
Άφαντο το χαρτονόμισμα.
Η καρδιά του Κωστή¨"πήγε στην κούλουρη."
Πεισματάρης όπως ήταν σαν τον ινδιάνο ιχνηλάτη, βιβλιαράκι που διάβαζε στον ελεύθερο χρόνο του έψαξε τα ίχνη του στο δρομολόγιο του. Ως εκ θαύματος σε μια γωνιά του πεζοδρομίου φάνηκε να τον περιμένει "χαμογελαστό" το χαρτονόμισμα.
Το πήρε στα χέρια του το φίλησε και συνέχισε την πορεία του.
Οι παλμοί της καρδιάς αποκαταστάθηκαν ταχύτατα.
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα παιδικά χείλη του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου