Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

53]Στην Αθήνα επέστρεψε πρώτη η Ελένη. Αμέσως πήγε και έμεινε στους γονείς της για ένα μήνα , στην Σπερχειάδα Φθιώτιδος.
Ο Κυριάκος είχε αφήσει μαθήματα, και θα καθυστερούσε την άφιξη του για ένα εξάμηνο.
Στο διάστημα αυτό η Ελένη για να μην αργεί ,εργάστηκε για λίγο σε φαρμακείο της Λαμίας.
Είχαν συμφωνήσει με τον Κυριάκο ότι θα ζούσαν στο νομό Αττικής, και συγκεκριμένα στο Περιστέρι γιατί ήθελε να βρίσκεται κοντά στον φιλάσθενο πατέρα του, να τον προσέχει και να τον στηρίζει.
Όταν ήρθε ο Κυριάκος από την Ιταλία, επισημοποίησαν την σχέση τους κάνοντας τον αρραβώνα τους. Πιο πριν είχε προηγηθεί ο εξής διάλογος¨¨
-«Πως θα πας να ζήσεις, με ένα ξένο άνθρωπο στην Αθήνα;»
-«Της μίλησε απαξιωτικά η μάνα της.
-«Πως θα σταθώ στο χωριό, αν το μάθουν οι γείτονες, ότι είσαι στην πρωτεύουσα σπιτωμένη με ένα άνδρα.;»
Όχι αν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, στα ατράνταχτα επιχειρήματα της
συμπαθητικής κυράς Τασούλας, η οποία στην εποχή της πήγε μονάχα δυο τάξεις στο δημοτικό, διότι οι γονείς της την ήθελαν στην στάνη να βόσκει τα πρόβατα.
Στην περιοχή Περιστερίου νοίκιασαν ένα δυαράκι, πίσω από την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Κοντά τους κατοικούσε και ο κυρ Θόδωρος με την γυναίκα του την κυρά Λευτερία.
Στα νιάτα του ο κυρ Θόδωρος ήταν ένας αγωνιστής πρώτης γραμμής.
Οργανώθηκε στο ΚΚΕ από νεαρή ηλικία, και υπόφερε τόσα βάσανα,
όσες περιπέτειες πέρασε, το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα.
Μεταξύ φυλακών και εξοριών, γνώρισε και την συντρόφισσα την Λευτερία, κι ευτυχώς γιατί πρόλαβαν κι έκαναν ένα παιδί, για να το έχουν συντροφιά στα γηρατειά τους.
Την εποχή που τον γνώρισε η Ελένη θάταν γύρω στα εβδομήντα πέντε .
Ίσως και πάρα πάνω. Με τα ρευματικά του, την πίεση, τις καρδιακές αρρυθμίες, το αυξημένο ζάχαρο, και όλα τα «καλούδια» τα οποία φέρνει η προχωρημένη ηλικία..
Την Ελένη την υποδέχτηκαν με χαρά, γιατί είχαν ακούσει θερμά λόγια από τον γιό τους, στον οποίο είχαν εμπιστοσύνη.
-«Το ξέρεις Ελένη ότι έχω κάνει εξορία ακόμη και στην Γαύδο;»
-«Που κυρ Θόδωρε;» «Κάτω στην Κρήτη.»
-«Ναι καλή μου στην δικτατορία Μεταξά».
-«Ήταν ένα ξερονήσι μακριά από τον Θεό και από τους ανθρώπους.»
52] Η σύζυγος του Κυριάκου ονομαζόταν Ελένη, και ήταν πτυχιούχος φαρμακοποιός. Διέμεναν στο Περιστέρι Αττικής. Στο κέντρο του Περιστεριού, η Ελένη είχε ανοίξει φαρμακείο από δεκαετίας.
Το ανδρόγυνο είχε γνωριστεί στην εποχή της φοιτητικής τους ζωής, στην Μπολόνια της Ιταλίας. Γνωρίστηκαν σε μια συγκέντρωση των Ελλήνων φοιτητών στην φοιτητική λέσχη. Υπήρξαν φοιτητές στην περίοδο που η χούντα των Αθηνών σιγά άρχισε να σαπίζει. Οργανώθηκαν στο κίνημα του αριστερού χώρου, και στην οργάνωση Π.Α.Μ, όπου έδιναν την μάχη τους , από το εξωτερικό εναντίον της δικτατορίας.
Έζησαν τον απόηχο των γεγονότων του Πολυτεχνείου το 1973 ως πρωτοετείς φοιτητές.
Στην αρχή ο Κυριάκος δεν είχε προσέξει ιδιαίτερα, την δυναμική καστανόξανθη κοπέλα, η οποία έμοιαζε περισσότερο με Ιταλίδα του βορά, παρά με Ελληνίδα. Είχε αποροφηθεί με τα διαβάσματα του, αλλά ήταν και τσιμπημένος με μια Ιταλίδα φοιτήτρια της νομικής μεγαλύτερη του. Η όμορφη Ιταλίδα από την Τοσκάνη είχε μποι φρεντ,[φίλο] ένα Ρωμαίο συμφοιτητή της, και του έδωσε χυλόπιτα.
Απογοητεύτηκε για λίγο και κλείστηκε στον εαυτό του.
Με τον καιρό ξέχασε την αποτυχία του , και πρόσεξε τις χάρες το μπρίο και την πνευματικότητα της συντρόφισσας του, στον αγώνα .
Της έκλεισε ραντεβού για να τα πούνε στο κυλικείο του πανεπιστημίου.
Η Ελένη τον είχε προσέξει από την αρχή και της άρεσε, αλλά δεν ήταν από αυτές που κάνουν την πρώτη κίνηση.
Μετά το πρώτο τους ραντεβού, έγιναν αχώριστοι φίλοι εραστές, και αργότερα σύζυγοι και συνοδοιπόροι.
Ήταν τριτοετείς φοιτητές όταν έμαθαν από τα νέα της Ιταλικής τηλεόρασης «Ράι» για την κατάρρευση της χούντας.
Την χαρά τους και την ανακούφιση τους για την κατάρρευση, της τυραννίας που δεν τους άφηνε, ήσυχους, και τους παρακολουθούσε μέσω των προξενικών αρχών ακόμη και στην Ιταλία, διαδέχθηκε η λύπη. και η απογοήτευση.
Απογοήτευση διότι η χούντα με τα ανδρείκελα της στην Κύπρο, κατέλυσε την νόμιμη κυβέρνηση, του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Μετά από το πραξικόπημα η Τουρκία βρήκε πρόσχημα ως εγγυήτρια δύναμη ,να επέμβει και κατέλαβε ένα μεγάλο μέρος του νησιού.
Η Αγγλία που είχε στην κατοχή της την Κύπρο επέβαλλε ως εγγυήτρια δύναμη την Τουρκία, πιστή πάντα στο αυτοκρατορικό δόγμα των μεγάλων δυνάμεων «Διαίρει και βασίλευε.»
Στους σκεπτόμενους και αγωνιστές φοιτητές ήταν βαρύ να τον χωνέψουν ότι ακόμη μι φορά ο Ελληνισμός προδόθηκε εκ των έσω και συρρικνώθηκε.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

51]Μετά το δυστύχημα που συνέβη στον μικρό Αχιλλέα, και την απώλεια της απαγωγέως του Ουρανίας, το παιδί βρέθηκε μόνο και έρημο στους πέντε δρόμους. Δεν είχε που την κεφαλή κλίναι. Η αστυνομία χωρίς να πραγματοποιήσει ιδιαίτερη έρευνα, παρέδωσε το παιδί σε ίδρυμα. Στο ίδρυμα έδωσαν το ονοματεπώνυμο των απαγωγέων του.
Σαν να άρχισε εκεί να συνέρχεται διότι του φέρθηκαν ανθρώπινα, το έπλυναν του έδωσαν καθαρά ρούχα ,τροφή και στέγη, και ένοιωσε ότι ήταν κανονικός άνθρωπος.
Ήταν ένα παιδί προνηπιακής ηλικίας που απήχθη από μια απαίσια τσιγγάνα, η
οποία το έβαλε να γυρνάει μαζί της στους δρόμους και να ζητιανεύει. Η βίαιη αποκοπή από τους φυσικούς του γονείς, ήταν ένα τράνταγμα για την ψυχούλα του μικρού παιδιού.
Η περιπέτεια να σέρνεται ξαφνικά, από την τσιγγάνα στους δρόμους της Αθήνας, του δημιούργησε μεγάλο άγχος και ανασφάλεια σε μια πολύ μικρή ηλικία, στην οποία είχε ανάγκη την ασφάλεια, και την αγάπη των γονέων του.
Από μια άποψη το παιδάκι στάθηκε τυχερό, γιατί μέσα σε έξη μήνες, υιοθετήθηκε από ένα άτεκνο ζευγάρι, και απόκτησε οικογένεια.
Έχει αποδειχτεί ότι οι γονείς που δεν έχουν παιδιά, και λαχταρούν ένα παιδί στις πλείστες των περιπτώσεων, χαρίζουν στο θετό παιδί όλη την
αγάπη τους και την στοργή τους , όπως και οι φυσικοί γονείς.

«Οι ωδίνες της σελήνης
και οι κραυγές της μέρας που γεννήθηκε,
χάθηκαν σαν μια σταγόνα αίμα
στην απεραντοσύνη της θάλασσας.»

Χρήστος Μαχαιρίδης

Έτσι και στην περίπτωση του μικρού Αχιλλέα το ανδρόγυνο, που το υιοθέτησε ,ήταν μια ζεστή φωλιά για το πονεμένο και τρυφερό σπουργιτάκι.
Στο ζεστό αυτό περιβάλλον είχε τα παιχνίδια του, είχε το δικό του δωμάτιο, και το κυριότερο, την αγάπη και την στοργή του ζευγαριού.
Σε γαλήνια ατμόσφαιρα θα γινόταν η διαπαιδαγώγηση του, και η διαμόρφωση του χαρακτήρα του, από κοινού με το σχολείο και τον κοινωνικό περίγυρο.
Το ανδρόγυνο ήταν κα οι δύο γύρω στα σαράντα, ο άνδρας ψηλός με αθλητικό σώμα, και η γυναίκα μετρίου αναστήματος, με σώμα καλοσχηματισμένο, φορούσε γυαλιά με χρυσό σκελετό.
Ο άνδρας ονομαζόταν Κυριάκος και εξασκούσε το επάγγελμα του καθηγητή των μαθηματικών .

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

50]Την επομένη ημέρα το απόγευμα ό Αρίστος τέλειωσε τον μέτριο, βραστό του.
Όταν ερχόταν από την Αθήνα κατοικούσε στο παλαιό πατρικό σπίτι, το οποίο είχε επισκευάσει, για να παραθερίζει τα καλοκαίρια.
Αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο την Κατερίνα για να συναντηθούν , και
να αποφασίσουν από κοινού, την μεθόδευση της στήριξης του Σωτήρη.
Την Κατερίνα δεν την γνώριζε αρκετά, είχαν συναντηθεί δύο τρείς φορές,
μονάχα, πάντα μαζί με τον Σωτήρη.
Δεν γνώριζε την αντίδραση της, είχε την ελπίδα όμως ότι τον αγαπούσε, και ότι θα τον στήριζε να ξεπεράσει , τον σταυρό του μαρτυρίου του.
Η Κατερίνα του μίλησε με ευγένεια και έκλεισαν ραντεβού, εκτός σπιτιού.
Η δική της ψυχολογική κατάσταση ήταν στο ναδίρ.
Προσπαθούσε να ξεπεράσει την μελαγχολία της διακοπής των σχέσεων της, με τον πατέρα Γεράσιμο.
Αναρωτιόταν πως τα κατάφεραν έτσι δύο ερωτευμένοι, όπως αυτή με τον Σωτήρη να καταλήξουν σαν δύο ξένοι.
Ήταν βαρύ για τις αντοχές τους , η εξαφάνιση του παιδιού τους και τους διέλυσε.
Κατά βάθος αγαπούσε ακόμη τον Σωτήρη, και παρά την τωρινή αδυναμία της , θα έκανε το παν για να τον στηρίξει.
Τις περισσότερες φορές οι γυναίκες αποδεικνύονται πιο δυνατές, από τους
άνδρες κι ας θεωρούνται «το ισχυρό φύλο.»
Συμφώνησαν με τον Άριστο να πάει αυτός, με τον Σωτήρη στον ψυχολόγο, την πρώτη φορά, και έπειτα θα τον φρόντιζε η ίδια.
Η Κατερίνα κατανοούσε ότι η μεγαλύτερη στήριξη που θα μπορούσε να δώσει στον άνδρα της, ήταν η επιστροφή στο σπίτι, η αγάπη της και η επανασύνδεση των σχέσεων τους.
Επί τέλούς είχαν και ένα παιδί να μεγαλώσουν.
Κανείς ψυχολόγος δεν θα τον βοηθούσε τόσο όσο η στήριξη και η αγάπη η δική της.
Ευχαρίστησε τον Αρίστο για την αγάπη του και την συμπαράσταση του, προς τον φίλο του, Ο Αρίστος της είπε ότι θα είναι σε επαφή, και ότι από την Αθήνα θα την παίρνει τηλέφωνο, να μαθαίνει νέα του.
-«Κατανοώ της είπε τις περιπέτειες της ζωής σας ,και λυπάμαι πολύ.
-«Πρέπει όμως να πάτε μπροστά, γιατί η ζωή προχωρεί.»
-«Εν πάσει περιπτώσει φεύγοντας αφήνω τον Σωτήρη, σε καλά χέρια και θα είμαι ήσυχος είπε στην Κατερίνα .
Της έσφιξε το χέρι και πήρε το ταξί για το αεροδρόμιο.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

49]Ο Αρίστος χτύπησε δύο φορές το κουδούνι και άλλες δύο την πόρτα, με το χέρι
μέχρι να σηκωθεί να του ανοίξει το παλιό φιλαράκι του ο Σωτήρης.
Η Κατερίνα με το κοριτσάκι του απουσίαζαν εκείνη την ώρα
Κάθισε Αρίστο γιατί δεν είμαι ακόμη έτοιμος. Κοιμόμουν.
Δεν έχω και διάθεση να βγώ έξω .Θέλεις ένα ποτό;
Άφησε φίλε το ποτό ,και πάμε για καφέ στο δημοτικό κήπο που έχει δροσιά και το περιβάλλον είναι ευχάριστο.
Με το ζόρι ο Αριστείδης τράβηξε το φίλο του, προς την έξοδο του σπιτιού.
Προχώρησαν με τα πόδια περνώντας από την νέα χώρα, το ναυτικό όμιλο και το σαπωνοποιείο της Α.Β.Ε.Α, κατηφόρισαν προς το παλιό λιμάνι, με τα Βενετσιάνικα κτίσματα και το Οθωμανικό τέμενος,
και χωρίς να το αντιληφθούν, με την κουβέντα έφθασαν ,στο καφέ του κήπου.
Σιγά, σιγά στην αρχή οι λέξεις έβγαιναν με το τσιγκέλι, ο Σωτήρης διηγήθηκε την ιστορία του με το παιδί ,και τις διαλυμένες σχέσεις του με την Κατερίνα.
Εντάξει τώρα φίλε μην κάνεις έτσι.
Μήπως νομίζεις πώς είσαι ο μοναδικός στον κόσμο ο οποίος έχει προβλήματα.
Δεν θυμάσαι τι πέρασα εγώ .
Το ατύχημα του πατέρα μου στην οικοδομή;
Ήταν και ανασφάλιστος και δεν είχε που την κεφαλή κλίναι.
Από παιδί δουλεύω κι εγώ.
Του έδειξε τα χέρια του.
Ακόμη έχουν σημάδια από το πηλοφόρι και ρόζους από την σκληρότητα της δουλειάς.
Πως νομίζεις πως πήρα το πτυχίο της νομικής.
Με χίλια βάσανα και στερήσεις.
Ακόμη δεν παντρεύτηκα επειδή έπρεπε να βοηθήσω, την οικογένεια μου τις μικρότερες αδελφές και τ’αδέλφια μου.
Έχω σχέση με μια κοπέλα κάποια χρόνια και ακόμη δεν ευκαίρησα να την ζητήσω σε γάμο να κάνω την δική μου οικογένεια.
Ξέρεις κάτι Σωτήρη νομίζω ότι χρειάζεσαι βοήθεια από ειδικό
Το ξέρω Άριστο ότι μου έχει στρίψει η βίδα με αυτά που περνάω.
Καθόλου δεν σου έχει στρίψει Μακάρι να είχα το μυαλό σου
Απλώς είσαι σε δύσκολη φάση.
Δεν σε αφήνω και δεν θα φύγω στην Αθήνα αν δεν ξεκινήσεις τις επισκέψεις .
Σε δύσκολες στιγμές όταν έχει τελειώσει η καύσιμος ύλη χρειαζόμαστε στήριξη για να πάρουμε πάλι εμπρός.
Εντάξει Αρίστο σου το υπόσχομαι.
Χώρισαν και ο Σωτήρης, ένοιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω του.
48]Κατά της δέκα το επόμενο πρωί, ο Αρίστος χτυπούσε το κουδούνι, του σπιτιού του φίλου του. Από χθές που τον είδε σε αυτό το χάλι τον σκεπτόταν και ανησυχούσε.
Από το δημοτικό ακόμα, και στο το γυμνάσιο –λύκειο ήταν κολλητοί φίλοι. Αχώριστοι παντού. Δεν έκρυβαν τα μυστικά τους και τις ανησυχίες τους για το μέλλον. Έκαναν μόνιμη παρέα, πήγαινε ο ένας στο σπίτι του άλλου, διάβαζαν ταχτικά μαζί, και είχαν γνωριστεί οικογενειακώς.
Όταν όμως ο Αρίστος έφυγε για σπουδές στην Αθήνα αραίωσαν οι επαφές τους.
Περιορίστηκαν στα Χριστούγεννα και στο Πάσχα στις διακοπές, και αραιά και που σε κανένα τηλεφώνημα. Το καλοκαίρι ο Αρίστος έμενε στην Αθήνα
διότι εργαζόταν, και δεν ήθελε να χάσει τη δουλειά, επειδή δεν είχε άλλους πόρους ζωής.
Ο Σωτήρης αγαπούσε και θαύμαζε τον φίλο του τον Αρίστο, γιατί ξεκίνησε φτωχόπαιδο. Δουλεύοντας και σπουδάζοντας ,κατάφερε και
έγινε ένας καλός και άξιος δικηγόρος στην Αθήνα.
Ήταν πολιτικοποιημένος, λάβαινε μέρος στο αριστερό κίνημα, και υπεράσπιζε με πάθος τα εργατικά δικαιώματα.
Πολλές φορές τον έβλεπε στην τηλεόραση , να υπερασπίζεται ανθρώπους, από τον αναρχικό χώρο διωκόμενους από την εξουσία .
Η υπεράσπιση γινόταν χωρίς αμοιβή ,και τις περισσότερες φορές κατέριπτε στην ακροαματική διαδικασία το κατηγορητήριο, και
αθωωνόταν οι κατηγορούμενοι. Τότε έπιανε τον εαυτό του να χειροκροτεί δυνατά. Ήταν μια δυνατή φιλία, έστω και αν δεν συναντιόντουσαν τακτικά.
46]Μία ημέρα ο Σωτήρης καθόταν σένα παγκάκι
στην πλατεία Τάλω . Κρατούσε ένα μεγάλο γυάλινο μπουκάλι μπύρας κι ετοιμαζόταν να βρέξει τα χείλη του, για να διώξει την σκοτεινιά της ψυχής του.
Απέναντι του η θάλασσα στο μόλο κυμάτιζε νωχελικά έχοντας μέσα
της ένα ελαφρύ αεράκι.
Ήταν σαν να του έκλεινε πονηρά το μάτι και να του έλεγε «Έλα μωρέ
και εσύ άνθρωπε, που χολοσκάς για τα ανθρώπινα προβλήματα.
Κάνεις σαν να αγνοείς την ματαιότητα της ζωής.
Δείξε δύναμη ξεπέρασε τις δυσκολίες.
Τι είναι η ζωή; Ένας αγώνας δρόμου.
Ένα ταξίδι για την Ιθάκη.
Θα το διαβείς όρθιος;
Θα το διαβείς γονατιστός;
Θα το διαβείς γλείφοντας και έρποντας;
Θέλεις να έχεις το κεφάλι σου χωμένο μέσα στην άμμο σαν την στρουθοκάμηλο για να μην βλέπεις και να μην ακούς;
Εσύ αποφασίζεις.

Σαν βγείς στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
Γεμάτος περιπέτειες γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
Τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι…

Κ .ΚΑΒΑΦΗΣ

«Εσύ το λες γατί δεν πονάς. Εγώ έχασα το παιδί μου, το παλικαράκι μου την ψυχή της ψυχής μου. Ξαφνικά και αναπάντεχα. Όχι από φυσικό θάνατο γιατί δεν βρέθηκε κανένα δικό του ίχνος.
Αλλά από το μίσος κακών ανθρώπων.»
Έλα, έλα, μην κλαψουρίζεις συνέχεια , μην κρύβεσαι από τον εαυτόν σου μέσα στην λησμονιά του ποτού. Στάσου όρθιος αγωνίσου.
Είμαι πολύ αδύναμος δεν αντέχω τον πόνο. Πίνει μια γουλιά μπύρα.
Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες και νοιώθω τόσο μόνος τόσο άδειος τόσο νεκρός;»
«Μην επικαλείσαι το όνομα του Θεού σου επί ματαίω.»
«Κανείς δεν σ εγκατέλειψε, αλλά εσύ μόνος σου εγκατέλειψες τον εαυτόν σου « .