Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Αφιερώνεται στα εγγόνια μου.
------------------------------------------------
ΔΙΗΓΗΜΑ 
"ΤΟ ΟΡΦΑΝΟ"
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
------------------------------------------------------------------------------
ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
---------------------------
ΣΕ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
------------------------------------------------------------------------------------
Στην δεκαετία του 1950 ο Νικόλας υπήρξε μαθητής δημοτικού σχολείου. Κατοικούσε σε μια αγροτική περιοχή πλησίον της επαρχιακής πόλεως . 
Δεν θα`ταν η απόσταση παραπάνω από ένα, ενάμιση χιλιόμετρο.
Στην γειτονιά εκείνη κατοικούσαν γύρω στις δεκαπέντε με είκοσι οικογένειες προσφύγων από την Μικρά Ασία.
Ανάμεσα στα φτωχικά ισόγεια σπίτια των προσφύγων είχαν κατοικήσει και δύο τρις οικογένειες χωρικών από την ενδοχώρα του νομού. 
Ήταν μικρός ακόμη για να γνωρίζει για την μικρασιατική καταστροφή για τα¨ "ανταλλάξιμα" και για το δράμα των προσφύγων, για τον ξεσηκωμό και διωγμό από τις οικίες τους και τις περιουσίες τους. Όλων βεβαίως των Ελληνικών οικογενειών, στο πλαίσιο των "εθνοκαθάρσεων" των μειονοτήτων όπου- πολύ αργότερα και μετά το ολοκαύτωμα των Εβραίων το διεθνές δίκαιο υιοθέτησε τον όρο¨ "γενοκτονία"- από τους "νεότουρκους" του στρατηγού Μουσταφά Κεμάλ.
Οι Ελληνική πληθυσμοί ήταν εγκατεστημένοι από την αρχαιότητα στη γη της Ιωνίας.
Η κοσμοπολίτικη Σμύρνη είχε ακμάζουσα οικονομία κι έσφυζε από πολιτισμό.
Ήταν γνωστή σαν το¨ "Παρίσι της Ανατολής."
-----------------------------------------------------------------------------------
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
-----------------------------------------------------------------------------------
Ο μικρός Νικολάκης άκουγε με περιέργεια, ότι μιλούσαν οι Μικρασιάτες τα Ελληνικά τους λίγο παράξενα.
Διαφορετικά όμως τα μιλούσαν και οι ντόπιοι κάτοικοι των χωριών. Όπου ο καθένας διατηρούσε την προφορά και το ιδιόλεκτο της δικής του περιοχής.
Εκείνος πρόσεχε πως θα εκφράζετε, διότι πήγαινε στο δημοτικό σχολείο στην πόλη, και είχε αποβάλλει την προφορά και το ιδιόλεκτο των γονέων του όπου είχαν ζήσει μια ζωή στο χωριό.
Δεν ήθελε να τον κοροϊδεύουν και τα άλλα παιδάκια που ζητούσαν την αφορμή.
Πίσω από το σπίτι τους κατοικούσε ο Κώστας όπου ακουγόταν ως "Κωστάκης."
Καταγόταν από την Δράμα και βρέθηκε να κατοικεί εκατοντάδες μίλια μακριά από το σπίτι του ύστερα από μια ερωτική απογοήτευση.
Ζούσε σ`ένα μικρό σπιτάκι, στην ουσία ήταν παράγκα. Κατασκευασμένη από ξύλα και λαμαρίνες. 
Πλήρωνε κι ένα μικρό ενοίκιο στον ιδιοκτήτη.
Δεν είχε τακτική εργασία και ζούσε από την "καλοσύνη των ξένων" κάνοντας διάφορα θελήματα .
Παρακάτω στην γωνία ανάμεσα σε θάμνους ήταν ένα παρόμοιο φτωχικό δωμάτιο από λαμαρίνες..
Ήταν της κυρά Σταματίνας.
Η οποία ήταν μια γυναίκα καλόκαρδη και μικροκαμωμένη.
Πάντα ήταν μαυροφορεμένη.
Στα μούτρα ήταν ζαρωμένη λόγω της ισχνότητας της, και της ηλικίας της. 
Καταγόταν από το Αϊβαλί και δεν είχε οικογένεια. 
------------------------------------------------------------------------------------
ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
-----------------------------------------------------------------------------------
Σ`αυτήν την γειτονιά των εργατικών προσφύγων που ζούσαν από αγροτικές εργασίες μεγάλωνε ο Νικολάκης.
Σε μια οικογένεια του χωριού που κατέβηκε στην επαρχιακή πόλη με γιαγιά γονείς και εφτά αδελφούς και αδελφές.
Το μικρό ισόγειο φτωχόσπιτο με τα δύο δωμάτια και το μικρό κουζινάκι ήταν αδύνατον να χωρέσει ένα τσούρμο από νέους μεσόκοπους και γέρους.
Ούτε αφοδευτήρια δεν είχαν τότε τα σπίτια στα χωριά και όδευαν οι άνθρωποι στα χωράφια.
Στο δικό τους σπίτι λίγο έξω από την πόλη υπήρχε ένας καμπινές πίσω από την κουζίνα.
Ο Νικολάκης καθημερινά έπαιζε διάφορα παιχνίδια της εποχής με τους φίλους του που ήταν πολλοί γιατί κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον πέντε, έξη, και εφτά παιδιά.
Οι γυναίκες τότε γεννούσαν εύκολα¨ "σαν τις κουνέλες" άκουγε την γιαγιά του να μονολογεί.
Οι φίλοι έτρεχαν μαζί του ξυπόλητοι στα χωράφια και στους χωματόδρομους της περιοχής.
Στο δημοτικό σχολείο πάλι πήγαινε παρέα με τα παιδιά της γειτονιάς.
Με τα πόδια βέβαια σε μεγάλη απόσταση.
Την εποχή εκείνη τα ταξί ήταν ελάχιστα, τα λεωφορεία επίσης, και τα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητα ήταν σπάνιο είδος και για ολίγους προύχοντες.
Δεν υπήρχε ο φόβος των γονέων¨ "μην βγει το παιδί στο δρόμο και συμβεί ατύχημα με αυτοκίνητο."
Στο δημοτικό σχολείο που πήγαινε το Νικάκη μαθήτευαν πάνω από 75 παιδιά στην τάξη μ`ένα δυστυχή δάσκαλο ή δασκάλα.
Μην νομίζετε ότι και οι δάσκαλοι ήταν άγιοι και εκτός από την κακή συνήθεια της βέργας δεν κάναν και διακρίσεις;
Τα παιδιά των ευπορότερων μικροαστικών οικογενειών καθόταν στα πρώτα θρανία και εξεταζόταν καθημερινά πρώτοι. 
Έτσι αναγκαστικά ήταν οι καλύτεροι μαθητές.
Τα ελάχιστα άλλωστε βιβλία του σχολείου δεν ήταν δωρεάν και έπρεπε να τα αγοράσουν οι πάμφτωχοι γονείς.
Στο σχολείο προσφερόταν δωρεάν από την φιλανθρωπία του εξωτερικού ένα κυπελάκι γάλα, μια φέτα ψωμί, με κίτρινο βούτυρο, και ένα μικρό τεμάχιο κίτρινο τυρί.
Ορισμένα παιδιά ήταν πολύ αδύνατα και ήταν φανερό ότι ήταν υποσιτισμένα.
Άλλα φτωχά παιδιά εστέλνοντο σ`ένα μέρος που ονομαζόταν με μια παράξενη ονομασία όπως¨ "πρεβαντόριο" για να αναρρώσουν και να αναζωογονηθούν.
------------------------------------------------------------------------------------
ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΕΙΝΑ
------------------------------------------------------------------------------------- 
Πολλά παιδιά μεγάλωναν σε ορφανοτροφεία όταν οι γονείς τους ήταν ανάπηροι πολέμου, ή είχαν σκοτωθεί στα Αλβανικά βουνά, στην διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ή ήταν "κοπέλια" ορισμένων γονέων οι οποίοι είχαν πολλά παιδιά και δεν μπορούσαν να τα θρέψουν.
Η μαμά του Νίκου δεν ήξερε γράμματα.
Ζήτημα ήταν αν είχε μαθητεύσει σε μια δύο τάξεις στο χωριό τους.
Ο πατέρας του γνώριζε λίγα γράμματα μα ήταν άνεργος και ανειδίκευτος.
Δεν έφερνε στο σπίτι ούτε τα αναγκαία τρόφιμα για την πολυμελή οικογένεια του.
Τα παιδιά τους εργαζόταν οπουδήποτε από μικρά, αρκεί να τους δίνουν κάποιο χαρτζιλίκι και να γεμίζει φαγητό το τσουκάλι.
------------------------------------------------------------------------------------
"ΤΟ ΟΡΦΑΝΟ"
------------------------------------------------------------------------------------
Ο Νικολάκης μόλις έβγαλε το δημοτικό σχολείο, το καλοκαίρι του 1960 βρέθηκε μ`ενα καροτσάκι στους δρόμους της επαρχιακής πόλης να πουλάει παγωτά.
Τυχαία ο μικρός άκουσε σ`ενα καφενείο να αναφέρονται στο άτομο μου και να τον χαρακτηρίζουν¨ "ορφανό."
Ένα δάκρυ τότε κύλησε από τα μάτια του και έπεσε στη γης.
--------------------------------------------------------------------------------------
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΡΥΑΔΑ
-------------------------------------------------------------------------------
Δεν φτάνει η πρώτη κρυάδα.
Μετά από μια εβδομάδα πήρε στην γειτονιά του και την δεύτερη κρυάδα.
Άκουσε άθελα του την κυρά Ευταλία με τον άντρα της τον Πολύδωρο που είχαν μόνο δύο αγόρια, γιατί στην αρχή δεν γεννούσε η Ευταλία και νόμιζαν ότι είναι στείρα, να λένε στον γιο τους τον Βασίλη που είχε τελειώσει το δημοτικό σχολείο.
-"Να προχωρήσεις παιδί μου στα γράμματα." 
-"Να γίνεις άνθρωπος."
-"Θέλεις να καταντήσεις σαν το Νικολάκη να πουλάς παγωτά στους δρόμους;"
Ο μικρός Βασιλάκης παρά τις συμβουλές των γονέων δεν έγινε¨ "άνθρωπος."
Τέλειωσε μια τεχνική σχολή και βρήκε δουλειά σε μηχανουργείο.
Σύχναζε συνεχώς σε χαρτοπαικτικές λέσχες.
Όταν έφυγαν οι γονείς του από τον μάταιο τούτο κόσμο σπατάλησε όλη την περιουσία των γονέων του.
Αντίθετα ο μικρός Νικολάκης μορφώθηκε πηγαίνοντας σε βραδινό σχολείο.
Ασχολήθηκε με επιχειρήσεις και δημιούργησε οικογένεια και σεβαστή περιουσία.
Δεν ξέχασε βέβαια τις ρίζες του και όταν θυμόταν το παρελθόν θλιβόταν και μελαγχολούσε.
------------------------------------------------------------------------------------
ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου